ΚΕΦΑΛΑΙΟ 27 (ΚΖ)
1 Πρωΐας δὲ γενομένης
συμβούλιον ἔλαβον πάντες οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι τοῦ λαοῦ κατὰ τοῦ
Ἰησοῦ ὥστε θανατῶσαι αὐτόν·
|
1 Οταν δε έγινε πρωϊ έκαμαν συμβούλιον όλοι οι
πρεσβύτεροι του λαού εναντίον του Ιησού, δια να εύρουν αιτίαν, ώστε να τον
θανατώσουν.
|
2 καὶ δήσαντες αὐτὸν
ἀπήγαγον καὶ παρέδωκαν αὐτὸν Ποντίῳ Πιλάτῳ τῷ ἡγεμόνι.
|
2 Και αφού τον έδεσαν, τον έσυραν από εκεί και τον
παρέδωσαν στον Ποντιον Πιλάτον, τον Ρωμαίον ηγεμόνα.
|
3 Τότε ἰδὼν Ἰούδας ὁ
παραδιδοὺς αὐτὸν ὅτι κατεκρίθη, μεταμεληθεὶς ἀπέστρεψε τὰ τριάκοντα ἀργύρια
τοῖς ἀρχιερεῦσι καὶ πρεσβυτέροις
|
3 Τοτε ο Ιούδας, ο οποίος τον είχε παραδώσει, όταν
είδε ότι ο Ιησούς κατεδικάσθη από το συνέδριον, κατελήφθη από μεταμέλειαν (όχι
όμως από πραγματικήν μετάνοιαν, που θα τον οδηγούσε πλησίον του Χριστού) και
σαν να ησθάνετο αβάστακτον βάρος δια τα τριάκοντα αργύρια, τα έδωσε πίσω
στους αρχιερείς και πρεσβυτέρους
|
4 λέγων· Ἥμαρτον
παραδοὺς αἷμα ἀθῷον. οἱ δὲ εἶπον· Τί πρὸς ἡμᾶς; σὺ ὄψει.
|
4 λέγων· “ημάρτησα, διότι παρέδωσα αίμα αθώον”.
Εκείνοι δε είπον· “και τι μας μέλει εμάς; Συ θα δώσης λόγον δι' αυτό”.
|
5 καὶ ῥίψας τὰ
ἀργύρια ἐν τῷ ναῷ ἀνεχώρησε, καὶ ἀπελθὼν ἀπήγξατο.
|
5 Και αφού έριψεν με αγανάκτησιν τα αργύρια στον ναόν,
έφυγε απελπισμένος και επήγε και εκρεμάσθη.
|
6 οἱ δὲ ἀρχιερεῖς
λαβόντες τὰ ἀργύρια εἶπον· Οὐκ ἔξεστι βαλεῖν αὐτὰ εἰς τὸν κορβανᾶν, ἐπεὶ τιμὴ
αἵματός ἐστι.
|
6 Οι δε αρχιερείς επήραν τα αργύρια και είπαν· “δεν
επιτρέπεται να τα βάλωμε στο ταμείον του ναού, διότι είναι τιμή αίματος, το
οποίον μετ' ολίγον θα χυθή”.
|
7 συμβούλιον δὲ
λαβόντες ἠγόρασαν ἐξ αὐτῶν τὸν ἀγρὸν τοῦ κεραμέως εἰς ταφὴν τοῖς ξένοις·
|
7 Αφού δε έκαμαν συμβούλιον ηγόρασαν με αυτά τον
αγρόν του κεραμιδά, ως τόπον ταφής των ξένων (οι οποίοι συνέβαινε να
αποθνήσκουν εις την Ιερουσαλήμ).
|
8 διὸ ἐκλήθη ὁ ἀγρὸς
ἐκεῖνος ἀγρὸς αἵματος ἕως τῆς σήμερον.
|
8 Δι' αυτό και ο αγρός εκείνος έχει ονομασθή μέχρι
σήμερα “αγρός αίματος”.
|
9 τότε ἐπληρώθη τὸ
ῥηθὲν διὰ Ἰερεμίου τοῦ προφήτου λέγοντος· καὶ ἔλαβον τὰ τριάκοντα ἀργύρια,
τὴν τιμὴν τοῦ τετιμημένου ὃν ἐτιμήσαντο ἀπὸ υἱῶν Ἰσραήλ,
|
9 Τοτε εξεπληρώθη αυτό που είχε λεχθή δια του
προφήτου Ιερεμίου, ο όποιος έλεγε· “και έλαβον τα τριάκοντα αργύρια, την
τιμήν του ανεκτιμήτου, τον οποίον μερικοί από τους υιούς Ισραήλ τόσον είχαν
εκτιμήσει,
|
10 καὶ ἔδωκαν αὐτὰ εἰς
τὸν ἀγρὸν τοῦ κεραμέως, καθὰ συνέταξέ μοι Κύριος.
|
10 και έδωκαν αυτά δια τον αγρόν του κεραμιδά, όπως με
καθωδήγησε ο Κυριος”.
|
11 Ὁ δὲ Ἰησοῦς ἔστη
ἔμπροσθεν τοῦ ἡγεμόνος· καὶ ἐπηρώτησεν αὐτὸν ὁ ἡγεμὼν λέγων· Σὺ εἶ ὁ βασιλεὺς
τῶν Ἰουδαίων; ὁ δὲ ἔφη αὐτῷ· Σὺ λέγεις.
|
11 Ο δε Ιησούς εστάθη όρθιος εμπρός στον ηγεμόνα και
τον ηρώτησε ο ηγεμών λέγων· “συ είσαι ο βασιλεύς των Ιουδαίων;” Ο δε Ιησούς
του απήντησε· “συ λέγεις ότι είμαι ο βασιλεύς”.
|
12 καὶ ἐν τῷ
κατηγορεῖσθαι αὐτὸν ὑπὸ τῶν ἀρχιερέων καὶ τῶν πρεσβυτέρων οὐδὲν ἀπεκρίνατο.
|
12 Και ενώ κατηγορείτο από τους αρχιερείς και
πρεσβυτέρους, αυτός δεν έδωσε καμμίαν απάντησιν.
|
13 τότε λέγει αὐτῷ ὁ
Πιλᾶτος· Οὐκ ἀκούεις πόσα σου καταμαρτυροῦσι;
|
13 Τοτε λέγει εις αυτόν ο Πιλάτος· “δεν ακούεις πόσα
καταθέτουν αυτοί εις βάρος σου;”
|
14 καὶ οὐκ ἀπεκρίθη
αὐτῷ πρὸς οὐδὲ ἓν ῥῆμα, ὥστε θαυμάζειν τὸν ἡγεμόνα λίαν.
|
14 Και δεν απήντησεν εις αυτόν ούτε ένα λόγον, ώστε ο
ηγεμών να θαυμάζη παρά πολύ την γαλήνην και το ηθικόν μεγαλείον του δεσμώτου.
|
15 Κατὰ δὲ τὴν ἑορτὴν
εἰώθει ὁ ἡγεμὼν ἀπολύειν ἕνα τῷ ὄχλῳ δέσμιον ὃν ἤθελον.
|
15 Κατά την εορτήν δε του πάσχα είχε την συνήθειαν ο
ηγεμών να απολύη ένα κατάδικον χάριν του λαού, εκείνον τον οποίον ήθελαν.
(Επειδή δεν είχε το θάρρος να απολύση τον Ιησούν ως αθώον, όπως εξ αρχής τον
είχε αναγνωρίσει, εκέφθη να τον απολύση κατά χάριν).
|
16 εἶχον δὲ τότε
δέσμιον ἐπίσημον λεγόμενον Βαραββᾶν.
|
16 Είχαν δε τότε ένα κατάδικον διαβόητον δια τα πολλά
του εγκλήματα, ο όποιος ελέγετο Βαραββάς.
|
17 συνηγμένων οὖν
αὐτῶν εἶπεν αὐτοῖς ὁ Πιλᾶτος· Τίνα θέλετε ἀπολύσω ὑμῖν, Βαραββᾶν ἢ Ἰησοῦν τὸν
λεγόμενον Χριστόν;
|
17 Ενώ δε εκείνοι ήσαν συγκετρωμένοι εμπρός στο
πραιτώριον, τους ηρώτησεν ο Πιλάτος· “ποίον θέλετε να απολύσω προς χάριν σας;
Τον Βαραββάν η τον Ιησούν, τον λεγόμενον Χριστόν;”
|
18 ᾔδει γὰρ ὅτι διὰ
φθόνον παρέδωκαν αὐτόν.
|
18 Διότι είχε εννοήσει πολύ καλά, ότι ένεκα φθόνου τον
παρέδωσαν.
|
19 Καθημένου δὲ αὐτοῦ
ἐπὶ τοῦ βήματος ἀπέστειλε πρὸς αὐτὸν ἡ γυνὴ αὐτοῦ λέγουσα· Μηδὲν σοὶ καὶ τῷ
δικαίῳ ἐκείνῳ· πολλὰ γὰρ ἔπαθον σήμερον κατ’ ὄναρ δι’ αὐτόν.
|
19 Ενώ δε αυτός εκάθητο εις την δικαστικήν έδραν,
έστειλε προς αυτόν η γυναίκα του και του είπε· “πρόσεχε να μην αναμιχθής εις
την υπόθεσιν του δικαίου εκείνου, διότι πολλά έπαθα σήμερα ένεκα αυτού στο
όνειρόν μου”.
|
20 Οἱ δὲ ἀρχιερεῖς καὶ
οἱ πρεσβύτεροι ἔπεισαν τοὺς ὄχλους ἵνα αἰτήσωνται τὸν Βαραββᾶν, τὸν δὲ Ἰησοῦν
ἀπολέσωσιν.
|
20 Οι δε αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι έπεισαν εν τω
μεταξύ τους όχλους να ζητήσουν τον Βαραββάν, να θανατώσουν δε τον Ιησούν.
|
21 ἀποκριθεὶς δὲ ὁ
ἡγεμὼν εἶπεν αὐτοῖς· Τίνα θέλετε ἀπὸ τῶν δύο ἀπολύσω ὑμῖν; οἱ δὲ εἶπον·
Βαραββᾶν.
|
21 Ελαβε δε τον λόγον ο ηγεμών και είπεν εις αυτούς·
“ποίον θέλετε από τους δυό να σας απολύσω;” Εκείνοι δε εφώναξαν· “τον
Βαραββάν”.
|
22 λέγει αὐτοῖς ὁ
Πιλᾶτος· Τί οὖν ποιήσω Ἰησοῦν τὸν λεγόμενον Χριστόν; λέγουσιν αὐτῷ πάντες·
Σταυρωθήτω.
|
22 Τους λέγει ο Πιλάτος· “Τι λοιπόν να κάμω τον
Ιησούν, τον λεγόμενον Χριστόν;” Λεγουν εις αυτόν όλοι, “να σταυρωθή”.
|
23 ὁ δὲ ἡγεμὼν ἔφη· Τί
γὰρ κακὸν ἐποίησεν; οἱ δὲ περισσῶς ἔκραζον λέγοντες· Σταυρωθήτω.
|
23 Ο δε ηγεμών είπε· “διατί να σταυρωθή; Ποίον κακόν
έκαμε;” Εκείνοι δε ακόμη περισσότερον εκραύγαζαν λέγοντες· “να σταυρωθή”.
|
24 ἰδὼν δὲ ὁ Πιλᾶτος
ὅτι οὐδὲν ὠφελεῖ, ἀλλὰ μᾶλλον θόρυβος γίνεται, λαβὼν ὕδωρ ἀπενίψατο τὰς
χεῖρας ἀπέναντι τοῦ ὄχλου, λέγων· Ἀθῷός εἰμι ἀπὸ τοῦ αἵματος τοῦ δικαίου
τούτου· ὑμεῖς ὄψεσθε.
|
24 Οταν είδε ο Πιλάτος ότι καμμίαν ωφέλειαν δεν έφερε
η παρέμβασις του υπέρ του Ιησού, αλλά μάλλον προκαλούσε θόρυβον και
αναταραχήν, αφού επήρε νερό εξέπλυνε καλά τα χέρια του εμπρός στον όχλον
λέγων· “είμαι αθώος από το αίμα του δικαίου τούτου· εις σας θα πέση η ευθύνη
και το κρίμα”.
|
25 καὶ ἀποκριθεὶς πᾶς
ὁ λαὸς εἶπε· Τὸ αἷμα αὐτοῦ ἐφ’ ἡμᾶς καὶ ἐπὶ τὰ τέκνα ἡμῶν.
|
25 Και απεκρίθη όλος ο λαός και είπε· “το αίμα αυτού
ας πέση επάνω εις ημάς και επάνω εις τα τέκνα μας”. (Και ο Πιλάτος ήτο
ένοχος, διότι δεν ετόλμησε, καθ' ο καθήκον ως δικαστής είχε, να απολύση τον
αθώον, και οι Εβραίοι ακόμη περισσότερον διότι επέμειναν και εσταύρωσαν τον
Σωτήρα και ευεργέτην των).
|
26 τότε ἀπέλυσεν
αὐτοῖς τὸν Βαραββᾶν, τὸν δὲ Ἰησοῦν φραγελλώσας παρέδωκεν ἵνα σταυρωθῇ.
|
26 Τοτε τους αφήκεν ελεύθερον τον Βαραββάν, τον δε
Ιησούν, αφού διέταξε και τον εμαστίγωσαν με το φραγγέλιον, τον παρέδωσε δια
να σταυρωθή.
|
27 Τότε οἱ στρατιῶται
τοῦ ἡγεμόνος παραλαβόντες τὸν Ἰησοῦν εἰς τὸ πραιτώριον συνήγαγον ἐπ’ αὐτὸν
ὅλην τὴν σπεῖραν·
|
27 Τοτε οι στρατιώται του ηγεμόνος, αφού παρέλαβαν τον
Ιησούν εις την αυλήν του πραιτωρίου, εμάζεψαν γύρω από αυτόν όλην την
φρουράν.
|
28 καὶ ἐκδύσαντες
αὐτὸν περιέθηκαν αὐτῷ χλαμύδα κοκκίνην,
|
28 Και αφού τον εγύμνωσαν από τα ενδύματά του, τον
ενέδυσαν με κόκκινον μανδύαν, δια να τον εμπαίξουν ως βασιλέα.
|
29 καὶ πλέξαντες
στέφανον ἐξ ἀκανθῶν ἐπέθηκαν ἐπὶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ καὶ κάλαμον ἐπὶ τὴν δεξιὰν
αὐτοῦ, καὶ γονυπετήσαντες ἔμπροσθεν αὐτοῦ ἐνέπαιζον αὐτῷ λέγοντες· Χαῖρε, ὁ
βασιλεῦς τῶν Ἰουδαίων·
|
29 Επλεξαν δε ακάνθινον στέφανον και έβαλαν αυτόν στο
κεφάλι του αντί για στέμμα· του έδωκαν καλάμι στο δέξι του χέρι αντί για
σκήπτρο και αφού εγονάτισαν εμπρός του τον ενέπαιζαν λέγοντες· “χαίρε, ο
βασιλεύς των Ιουδαίων”.
|
30 καὶ ἐμπτύσαντες εἰς
αὐτὸν ἔλαβον τὸν κάλαμον καὶ ἔτυπτον εἰς τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ.
|
30 Και αφού τον έπτυσαν, επήραν το καλάμι και
εκτυπούσαν την κεφαλήν του.
|
31 καὶ ὅτε ἐνέπαιξαν
αὐτῷ, ἐξέδυσαν αὐτὸν τὴν χλαμύδα καὶ ἐνέδυσαν αὐτὸν τὰ ἱμάτια αὐτοῦ, καὶ
ἀπήγαγον αὐτὸν εἰς τὸ σταυρῶσαι.
|
31 Και όταν τον ενέπαιξαν όσον ήθελαν, έβγαλαν από
αυτόν την χλαμύδα, του εφόρεσαν τα ενδύματά του και τον ωδήγησαν, δια να τον
σταυρώσουν.
|
32 Ἐξερχόμενοι δὲ
εὗρον ἄνθρωπον Κυρηναῖον ὀνόματι Σίμωνα· τοῦτον ἠγγάρευσαν ἵνα ἄρῃ τὸν
σταυρὸν αὐτοῦ.
|
32 Καθώς δε έβγαιναν από την πόλιν, ευρήκαν ένα
άνθρωπον, που κατήγετο από την Κυρήνην και ωνομάζετο Σιμων, αυτόν ηγγάρευσαν
να σηκώση μέχρι του Γολγοθά τον σταυρόν του Ιησού.
|
33 Καὶ ἐλθόντες εἰς
τόπον λεγόμενον Γολγοθᾶ, ὅ ἐστι λεγόμενος κρανίου τόπος,
|
33 Και αφού ήλθαν εις τόπον λεγόμενον Γολγοθά, όνομα
που σημαίνει “τόπος κρανίου”,
|
34 ἔδωκαν αὐτῷ πιεῖν
ὄξος μετὰ χολῆς μεμιγμένον· καὶ γευσάμενος οὐκ ἤθελε πιεῖν.
|
34 του έδωσαν να πιή ξύδι ανακατεμένον με χολήν, δια
να του φέρη κάποιαν προσωρινήν ναρκώσιν. Εκείνος όμως αφού το εδοκίμασε, δεν
ήθελε να το πιή.
|
35 σταυρώσαντες δὲ
αὐτὸν διεμερίσαντο τὰ ἱμάτια αὐτοῦ βάλοντες κλῆρον,
|
35 Αφού δε τον εσταύρωσαν, εμοίρασαν μεταξύ των με
κλήρον τα ενδύματά του οι στρατιώται.
|
36 καὶ καθήμενοι
ἐτήρουν αὐτὸν ἐκεῖ.
|
36 Και καθήμενοι εκεί τον εφρουρούσαν.
|
37 καὶ ἐπέθηκαν ἐπάνω
τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ τὴν αἰτίαν αὐτοῦ γεγραμμένην· Οὗτός ἐστιν Ἰησοῦς ὁ βασιλεῦς
τῶν Ἰουδαίων.
|
37 Και ετοποθέτησαν στον σταυρόν, επάνω από την
κεφαλήν του, γραμμένην την κατηγορίαν του· “αυτός είναι ο Ιησούς ο βασιλεύς
των Ιουδαίων”.
|
38 Τότε σταυροῦνται
σὺν αὐτῷ δύο λῃσταί, εἷς ἐκ δεξιῶν καὶ εἷς ἐξ εὐωνύμων.
|
38 Τοτε σταυρώνονται μαζή με αυτόν δύο λησταί, ένας εκ
δεξιών και άλλος εξ αριστερών. (Και τούτο, δια να εξευτελισθή ακόμη
περισσότερον ο Χριστός και να προβληθή εις τα μάτια όλων ως ένας από τους
καταδικασμένους εις θάνατον κακούργους).
|
39 Οἱ δὲ
παραπορευόμενοι ἐβλασφήμουν αὐτὸν κινοῦντες τὰς κεφαλὰς αὐτῶν
|
39 Εκείνοι δε που επερνούσαν από τον δρόμον κοντά στον
σταυρόν, τον εβλασφημούσαν και εκινούσαν τα κεφάλια των
|
40 καὶ λέγοντες· Ὁ
καταλύων τὸν ναὸν καὶ ἐν τρισὶν ἡμέραις οἰκοδομῶν! σῶσον σεαυτόν· εἰ υἱὸς εἶ
τοῦ Θεοῦ, κατάβηθι ἀπὸ τοῦ σταυροῦ.
|
40 λέγοντες· “συ λοιπόν, είσαι που θα εκρήμνιζες τον
ναόν και εις τρεις ημέρας θα τον ξανάκτιζες! Σώσε τώρα τον ευατόν σου. Εάν
πράγματι είσαι υιός του Θεού, κατέβα από τον σταυρόν”.
|
41 ὁμοίως δὲ καὶ οἱ
ἀρχιερεῖς ἐμπαίζοντες μετὰ τῶν γραμματέων καὶ πρεσβυτέρων καὶ Φαρισαίων
ἔλεγον·
|
41 Παρομοίως δε και οι αρχιερείς τον ενέπαιζαν μαζή με
τους γραμματείς και τους πρεσβυτέρους και τους Φαρισαίους και έλεγαν
ειρωνικώς·
|
42 Ἄλλους ἔσωσεν,
ἑαυτὸν οὐ δύναται σῶσαι· εἰ βασιλεὺς Ἰσραήλ ἐστι, καταβάτω νῦν ἀπὸ τοῦ
σταυροῦ καὶ πιστεύσομεν ἐπ’ αὐτῷ·
|
42 “άλλους έσωσε, τον ευατόν του όμως δεν ημπορεί να
σώση. Εάν είναι πράγματι ο σταλμένος από τον Θεόν βασιλεύς του Ισραήλ, ας
κατεβή από τον σταυρόν και θα πιστεύσωμεν εις αυτόν.
|
43 πέποιθεν ἐπὶ τὸν
Θεόν, ῥυσάσθω νῦν αὐτόν, εἰ θέλει αὐτόν· εἶπε γὰρ ὅτι Θεοῦ εἰμι υἱός.
|
43 Εχει στηρίξει την πεποίθησίν του στον Θεόν. Ας τον
σώση τώρα από τον σταυρόν, αν πράγματι τον θέλη. Διότι ο ίδιος είπε, ότι
είμαι υιός Θεού”.
|
44 τὸ δ’ αὐτὸ καὶ οἱ
λῃσταὶ οἱ συσταυρωθέντες αὐτῷ ὠνείδιζον αὐτόν.
|
44 Κατά τον ίδιον τρόπον και οι λησταί, που είχαν
σταυρωθή μαζή του, τον ύβριζαν.
|
45 Ἀπὸ δὲ ἕκτης ὥρας
σκότος ἐγένετο ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν ἕως ὥρας ἐνάτης.
|
45 Από δε την δωδεκάτην ώραν έως τας τρις το απόγευμα
έγινε σκοτάδι εις όλην την γην.
|
46 περὶ δὲ τὴν ἐνάτην
ὥραν ἀνεβόησεν ὁ Ἰησοῦς φωνῇ μεγάλῃ λέγων· Ἠλὶ ἠλὶ, λιμᾶ σαβαχθανί; τοῦτ’
ἔστι Θεέ μου, Θεέ μου, ἱνατί με ἐγκατέλιπες;
|
46 Περί την τρίτην απογευματινήν ώραν εβόησε με φωνήν
μεγάλην ο Ιησούς, λέγων· “Ηλί, Ηλί, λιμά σαβαχθανί;” Δηλαδή, Θεε μου, Θεε
μου, διατί με εγκατέλιπες;”
|
47 τινὲς δὲ τῶν ἐκεῖ
ἑστηκότων ἀκούσαντες ἔλεγον ὅτι Ἠλίαν φωνεῖ οὗτος.
|
47 Μερικοί δε από εκείνους που εστέκοντο εκεί, όταν
ήκουσαν τα λόγια του Ιησού (επειδή δεν εγνώριζαν την Αραμαϊκήν γλώσσαν)
έλεγαν, ότι αυτός επικαλείτε τον Ηλίαν.
|
48 καὶ εὐθέως δραμὼν
εἷς ἐξ αὐτῶν καὶ λαβὼν σπόγγον πλήσας τε ὄξους καὶ περιθεὶς καλάμῳ ἐπότιζεν
αὐτόν.
|
48 Και αμέσως ένας από αυτούς έτρεξε, επήρε σφουγγάρι
το εγέμισε με ξύδι, το προσήρμοσε εις ένα καλάμι και τον επότιζε.
|
49 οἱ δὲ λοιποὶ
ἔλεγον· Ἄφες ἴδωμεν εἰ ἔρχεται Ἠλίας σώσων αὐτόν.
|
49 Οι άλλοι όμως έλεγαν· “άφησε να ιδούμε, εάν θα έλθη
ο Ηλίας, δια να τον σώση”.
|
50 ὁ δὲ Ἰησοῦς πάλιν
κράξας φωνῇ μεγάλῃ ἀφῆκε τὸ πνεῦμα.
|
50 Ο δε Ιησούς αφού πάλιν έκραξε με φωνήν μεγάλην,
αφήκε ο ίδιος το πνεύμα του να φύγη από το σώμα.
|
51 Καὶ ἰδοὺ τὸ
καταπέτασμα τοῦ ναοῦ ἐσχίσθη εἰς δύο ἀπὸ ἄνωθεν ἕως κάτω, καὶ ἡ γῆ ἐσείσθη
καὶ αἱ πέτραι ἐσχίσθησαν,
|
51 Και ιδού το παραπέτασμα του ναού, που εχώριζε τα
άγια των αγίων από τα άγια, εσχίσθη εις δύο από επάνω έως κάτω και η γη
συνεκλονίσθη από τον σεισμόν και οι πέτρες εσχίσθησαν
|
52 καὶ τὰ μνημεῖα
ἀνεῴχθησαν καὶ πολλὰ σώματα τῶν κεκοιμημένων ἁγίων ἠγέρθη,
|
52 και τα μνημεία εις την περιοχήν της Ιερουσαλήμ
ανοίχθησαν μόνα των και πολλά σώματα των πεθαμένων αγίων ανεστήθησαν·
|
53 καὶ ἐξελθόντες ἐκ
τῶν μνημείων, μετὰ τὴν ἔγερσιν αὐτοῦ εἰσῆλθον εἰς τὴν ἁγίαν πόλιν καὶ
ἐνεφανίσθησαν πολλοῖς.
|
53 και αφού εξήλθαν από τα μνημεία μετά την ανάστασιν
του Χριστού, εισήλθαν εις την αγίαν πόλιν, την Ιερουσαλήμ και παρουσιάσθησαν
εις πολλούς.
|
54 Ὁ δὲ ἑκατόνταρχος
καὶ οἱ μετ’ αὐτοῦ τηροῦντες τὸν Ἰησοῦν, ἰδόντες τὸν σεισμὸν καὶ τὰ γενόμενα
ἐφοβήθησαν σφόδρα λέγοντες· Ἀληθῶς Θεοῦ υἱὸς ἦν οὗτος.
|
54 Ο δε εκατόνταρχος και οι στρατιώται, που ήσαν μαζή
του δια να φρουρούν τον Ιησούν, εφοβήθησαν παρά πολύ και έλεγαν· “αληθώς!
αυτός ήτο υιός Θεού”!
|
55 Ἦσαν δὲ ἐκεῖ καὶ
γυναῖκες πολλαὶ ἀπὸ μακρόθεν θεωροῦσαι, αἵτινες ἠκολούθησαν τῷ Ἰησοῦ ἀπὸ τῆς
Γαλιλαίας διακονοῦσαι αὐτῷ·
|
55 Ησαν δε εκεί και πολλαί γυναίκες, αι οποίαι από
μακρυά παρακολουθούσαν τα γεγονότα. Αυταί ηκολούθησαν τον Ιησούν από την
Γαλιλαίαν και τον υπηρετούσαν.
|
56 ἐν αἷς ἦν Μαρία ἡ
Μαγδαληνὴ, καὶ Μαρία ἡ τοῦ Ἰακώβου καὶ Ἰωσῆ μήτηρ, καὶ ἡ μήτηρ τῶν υἱῶν
Ζεβεδαίου.
|
56 Μεταξύ αυτών ήσαν η Μαρία η Μαγδαληνή, η Μαρία η
μητέρα του Ιακώβου και του Ιωσή, και η μητέρα των υιών Ζεβεδαίου.
|
57 Ὀψίας δὲ γενομένης
ἦλθεν ἄνθρωπος πλούσιος ἀπὸ Ἁριμαθαίας, τοὔνομα Ἰωσήφ, ὃς καὶ αὐτὸς
ἐμαθήτευσε τῷ Ἰησοῦ·
|
57 Αργά δε το απόγευμα ήλθε ένας πλούσιος άνθρωπος από
την Αριμαθαίαν, ονόματι Ιωσήφ, ο οποίος και αυτός είχε μαθητεύσει κοντά στον
Ιησούν.
|
58 οὗτος προσελθὼν τῷ
Πιλάτῳ ᾐτήσατο τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. τότε ὁ Πιλᾶτος ἐκέλευσεν ἀποδοθῆναι τὸ
σῶμα.
|
58 Αυτός προσήλθε στον Πιλάτον και εζήτησε το σώμα του
Ιησού. Τοτε ο Πιλάτος διέταξε να του δοθή.
|
59 καὶ λαβὼν τὸ σῶμα ὁ
Ἰωσὴφ ἐνετύλιξεν αὐτὸ σινδόνι καθαρᾷ,
|
59 Και λαβών ο Ιωσήφ το σώμα το ετύλιξε εις σινδόνι
καινούριο και καθαρό
|
60 καὶ ἔθηκεν αὐτὸ ἐν
τῷ καινῷ αὐτοῦ μνημείῳ ὃ ἐλατόμησεν ἐν τῇ πέτρᾳ, καὶ προσκυλίσας λίθον μέγαν
τῇ θύρᾳ τοῦ μνημείου ἀπῆλθεν.
|
60 και το έθεσε στο καινούριο μνημείον του, το οποίον
είχε σκαλίσει στον βράχον. Και αφού εκύλισε εμπρός εις την θύραν του μνημείου
μεγάλον λίθον, ανεχώρησε.
|
61 ἦν δὲ ἐκεῖ Μαρία ἡ
Μαγδαληνὴ καὶ ἡ ἄλλη Μαρία καθήμεναι ἀπέναντι τοῦ τάφου.
|
61 Ητο δε εκεί Μαρία η Μαγδαληνή και η άλλη Μαρία, αι
οποίαι εκάθηντο απέναντι από τον τάφον.
|
62 Τῇ δὲ ἐπαύριον,
ἥτις ἐστὶ μετὰ τὴν παρασκευήν, συνήχθησαν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι πρὸς
Πιλᾶτον
|
62 Κατά δε την επομένην ημέραν, η οποία είναι έπειτα
από την Παρασκευήν, δηλαδή το Σαββατον, συνεκεντρώθησαν οι αρχιερείς και οι
Φαρισαίοι και ήλθαν προς τον Πιλάτον
|
63 λέγοντες· Κύριε, ἐμνήσθημεν
ὅτι ἐκεῖνος ὁ πλάνος εἶπεν ἔτι ζῶν, μετὰ τρεῖς ἡμέρας ἐγείρομαι.
|
63 λέγοντες· “κύριε, εθυμηθήκαμε ότι εκείνος ο πλάνος
είπε, ενώ ακόμη εζούσε· Επειτα από τρεις ημέρες θα αναστηθώ.
|
64 κέλευσον οὖν
ἀσφαλισθῆναι τὸν τάφον ἕως τῆς τρίτης ἡμέρας, μήποτε ἐλθόντες οἱ μαθηταὶ
αὐτοῦ κλέψωσιν αὐτὸν καὶ εἴπωσι τῷ λαῷ, ἠγέρθη ἀπὸ τῶν νεκρῶν· καὶ ἔσται ἡ
ἐσχάτη πλάνη χείρων τῆς πρώτης.
|
64 Δώσε, λοιπόν, διαταγήν να φρουρηθή ο τάφος μέχρι
την τρίτην ημέραν, μήπως έλθουν οι μαθηταί αυτού νύκτα, τον κλέψουν και πουν
στον λαόν· Ανεστήθη εκ των νεκρών. Και τότε η τελευταία πλάνη θα είναι
χειροτέρα από την πρώτην, που μερικοί τον είχαν πιστέψει ως Μεσσίαν”.
|
65 ἔφη αὐτοῖς ὁ
Πιλᾶτος· Ἔχετε κουστωδίαν· ὑπάγετε ἀσφαλίσασθε ὡς οἴδατε.
|
65 Είπε εις αυτούς ο Πιλάτος· “έχετε εις την διάθεσίν
σας φρουρά· πηγαίνετε και ασφαλίσατε τον τάφον, όπως γνωρίζετε”.
|
66 οἱ δὲ πορευθέντες
ἠσφαλίσαντο τὸν τάφον σφραγίσαντες τὸν λίθον μετὰ τῆς κουστωδίας.
|
66 Εκείνοι δε επήγαν και ασφάλισαν τον τάφον, έβαλαν
δηλαδή σφραγίδες στον λίθον που έκλειε το μνημείον και ετοποθέτησαν φρουράν.
|

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου