ΚΕΦΑΛΑΙΟ 26 (ΚϚ)
|
1 Καὶ ἐγένετο ὅτε
ἐτέλεσεν ὁ Ἰησοῦς πάντας τοὺς λόγους τούτους, εἶπε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ·
|
1 Και όταν ετελείωσε ο Ιησούς όλους αυτούς τους
λόγους, είπε προς τους μαθητάς του·
|
|
2 Οἴδατε ὅτι μετὰ δύο
ἡμέρας τὸ πάσχα γίνεται, καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται εἰς τὸ
σταυρωθῆναι.
|
2 “γνωρίζετε ότι έπειτα από δύο ημέρας γίνεται η
εορτή του πάσχα και ο υιός του ανθρώπου θα παραδοθή δια να σταυρωθή”.
|
|
3 Τότε συνήχθησαν οἱ
ἀρχιερεῖς καὶ οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι τοῦ λαοῦ εἰς τὴν αὐλὴν τοῦ
ἀρχιερέως τοῦ λεγομένου Καϊάφα,
|
3 Τοτε οι αρχιερείς και οι γραμματείς και οι προεστοί
του λαού, που συμμετείχαν στο Μεγάλο Συνέδριον, συγκεντρώθηκαν εις την οικίαν
του αρχιερέως, ο οποίος ωνομάζετο Καϊάφας.
|
|
4 καὶ συνεβουλεύσαντο
ἵνα τὸν Ἰησοῦν δόλῳ κρατήσωσι καὶ ἀποκτείνωσιν.
|
4 Και κατόπιν συσκέψεως απεφάσισαν ομοφώνως να
συλλάβουν με δόλον τον Ιησούν και να τον φονεύσουν.
|
|
5 ἔλεγον δέ· Μὴ ἐν τῇ
ἑορτῇ, ἵνα μὴ θόρυβος γένηται ἐν τῷ λαῷ.
|
5 Είπαν δε μεταξύ των, να μη τον συλλάβουν κατά την
εορτήν του πάσχα, δια να μη γίνη θόρυβος και αναταραχή στον λαόν.
|
|
6 Τοῦ δὲ Ἰησοῦ
γενομένου ἐν Βηθανίᾳ ἐν οἰκίᾳ Σίμωνος τοῦ λεπροῦ,
|
6 Οταν δε ο Ιησούς ήλθε εις την Βηθανίαν, εις την
οικίαν Σιμωνος του λεπρού,
|
|
7 προσῆλθεν αὐτῷ γυνὴ
ἀλάβαστρον μύρου ἔχουσα βαρυτίμου, καὶ κατέχεεν ἐπὶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ
ἀνακειμένου.
|
7 προσήλθε εις αυτόν μία γυναίκα με ένα δοχείον από
αλάβαστρον γεμάτο από μύρον πολύτιμον και έχυνε αυτό άφθονον εις την κεφαλήν
του, καθώς αυτός είχε καθίσει εις την τράπεζαν του φαγητού.
|
|
8 ἰδόντες δὲ οἱ
μαθηταὶ αὐτοῦ ἠγανάκτησαν λέγοντες· Εἰς τί ἡ ἀπώλεια αὕτη;
|
8 Οι δε μαθηταί, όταν είδαν τούτο, ηγανάκτησαν και
έλεγαν· “διατί χάνεται ματαίως το πολύτιμον αυτό μύρον;
|
|
9 ἠδύνατο γὰρ τοῦτο
τὸ μύρον πραθῆναι πολλοῦ καὶ δοθῆναι τοῖς πτωχοῖς.
|
9 Διότι θα ημπορούσε αυτό να πωληθή αντί πολλών
χρημάτων και να δοθή το αντίτιμον στους φτωχούς”.
|
|
10 γνοὺς δὲ ὁ Ἰησοῦς
εἶπεν αὐτοῖς· Τί κόπους παρέχετε τῇ γυναικί; ἔργον γὰρ καλὸν εἰργάσατο εἰς
ἐμέ.
|
10 Ο Ιησούς όμως αντελήφθη την δυσφορίαν των και τους
είπε· “διατί στενοχωρείτε την γυναίκα; Διότι αυτή έκαμε εις εμέ ένα καλόν και
αξιέπαινον έργον.
|
|
11 τοὺς πτωχοὺς γὰρ
πάντοτε ἔχετε μεθ’ ἑαυτῶν, ἐμὲ δὲ οὐ πάντοτε ἔχετε.
|
11 Διότι τους πτωχούς τους έχετε πάντοτε μαζή σας και
ημπορείτε, οπόταν θέλετε να τους βοηθήτε, εμέ όμως δεν θα με έχετε πάντοτε
μαζή σας.
|
|
12 βαλοῦσα γὰρ αὕτη τὸ
μύρον τοῦτο ἐπὶ τοῦ σώματός μου, πρὸς τὸ ἐνταφιάσαι με ἐποίησεν.
|
12 Διότι αυτή η γυναίκα, που έχυσε το μύρον τούτο στο
σώμα μου, το έκαμε σαν προετοιμασίαν δια τον ενταφιασμόν μου.
|
|
13 ἀμὴν λέγω ὑμῖν,
ὅπου ἐὰν κηρυχθῇ τὸ εὐαγγέλιον τοῦτο ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ, λαληθήσεται καὶ ὃ
ἐποίησεν αὕτη εἰς μνημόσυνον αὐτῆς.
|
13 Σας διαβεβαιώνω δε, ότι οπουδήποτε και αν κυρηχθή
το ευαγγέλιον τούτο-και θα κηρυχθή εις όλον τον κόσμον-θα διαλαληθή επίσης
και αυτό που έκαμε σήμερον αυτή εις αλησμόνητον ανάμνησίν της”. (Καθε
προσφορά, που γίνεται προς τον Κυριον από ευλαβή και αφωσιωμένην καρδίαν,
αποκτά αιωνίαν αξίαν).
|
|
14 Τότε πορευθεὶς εἷς
τῶν δώδεκα, ὁ λεγόμενος Ἰούδας Ἰσκαριώτης, πρὸς τοὺς ἀρχιερεῖς εἶπε·
|
14 Τοτε ένας από τους δώδεκα, ο λεγόμενος Ιούδας
Ισκαριώτης, επήγε προς τους αρχιερείς και είπε·
|
|
15 Τί θέλετέ μοι
δοῦναι, καὶ ἐγὼ ὑμῖν παραδώσω αὐτόν; οἱ δὲ ἔστησαν αὐτῷ τριάκοντα ἀργύρια.
|
15 “τι θέλετε να μου δώσετε και εγώ θα σας τον
παραδώσω;” Εκείνοι δε του εμέτρησαν τριάκοντα αργυρά νομίσματα.
|
|
16 καὶ ἀπὸ τότε ἐζήτει
εὐκαιρίαν ἵνα αὐτὸν παραδῷ.
|
16 Και από τότε εζητούσε ευκαιρίαν, δια να τον
παραδώση (σύμφωνα με τας οδηγίας των αρχιερέων).
|
|
17 Τῇ δὲ πρώτῃ τῶν
ἀζύμων προσῆλθον οἱ μαθηταὶ τῷ Ἰησοῦ λέγοντες αὐτῷ· Ποῦ θέλεις ἑτοιμάσωμέν
σοι φαγεῖν τὸ πάσχα;
|
17 Κατά δε την παραμονήν του πάσχα, η οποία ελέγετο
και πρώτη ημέρα του πάσχα, διότι ετοίμαζαν οι Εβραίοι τα άζυμα, ήλθαν οι
μαθηταί προς τον Ιησούν λέγοντες· “που θάλεις να σου ετοιμάσωμεν, δια να
φάγης το πάσχα;”
|
|
18 ὁ δὲ εἶπεν· Ὑπάγετε
εἰς τὴν πόλιν πρὸς τὸν δεῖνα καὶ εἴπατε αὐτῷ· ὁ διδάσκαλος λέγει, ὁ καιρός
μου ἐγγύς ἐστι· πρὸς σε ποιῶ τὸ πάσχα μετὰ τῶν μαθητῶν μου.
|
18 Ο δε Ιησούς είπεν· “πηγαίνετε εις την πόλιν προς
τον δείνα και ειπέτε του· ο διδάσκαλος λέγει· Ο καιρός μου δια να τελειώσω το
έργον μου πλησιάζει. Εις το σπίτι σου απόψε, παραμονήν του εβραϊκού πάσχα, θα
εορτάσω μαζή με τους μαθητάς μου το νέον πάσχα”.
|
|
19 καὶ ἐποίησαν οἱ
μαθηταὶ ὡς συνέταξεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς, καὶ ἡτοίμασαν τὸ πάσχα.
|
19 Και έκαμαν οι μαθηταί, όπως ο Ιησούς τους είχε
οδηγήσει και ετοίμασαν τα κατά το πάσχα.
|
|
20 Ὀψίας δὲ γενομένης
ἀνέκειτο μετὰ τῶν δώδεκα.
|
20 Οταν δε ήλθε η εσπέρα, ο Κυριος μαζή με τους δώδεκα
εξάπλωσε κοντά στο τραπέζι σύμφωνα με την συνήθειαν που είχαν τότε οι
άνθρωποι να κάθωνται κατά το φάγητον.
|
|
21 καὶ ἐσθιόντων αὐτῶν
εἶπεν· Ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι εἷς ἐξ ὑμῶν παραδώσει με.
|
21 Και καθώς έτρωγαν είπε· “σας διαβεβαιώνω, ότι ένας
από σας θα με προδώση”.
|
|
22 καὶ λυπούμενοι
σφόδρα ἤρξαντο λέγειν αὐτῷ ἕκαστος αὐτῶν· Μήτι ἐγώ εἰμι, Κύριε;
|
22 Εκείνοι ελυπήθηκαν παρά πολύ και ήρχισαν να λέγουν
ο καθένας δια τον εαυτόν του· “μήπως είμαι εγώ, Κυριε;”
|
|
23 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς
εἶπεν· Ὁ ἐμβάψας μετ’ ἐμοῦ ἐν τῷ τρυβλίῳ τὴν χεῖρα οὗτός με παραδώσει.
|
23 Ο δε Κυριος απεκρίθη· “Εκείνος που εβούτηξε μαζή
μου το χέρι στον ζωμόν του πιάτου, αυτός θα με παραδώση.
|
|
24 ὁ μὲν υἱὸς τοῦ
ἀνθρώπου ὑπάγει καθὼς γέγραπται περὶ αὐτοῦ· οὐαὶ δὲ τῷ ἀνθρώπῳ ἐκείνῳ δι’ οὗ
ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται· καλὸν ἦν αὐτῷ εἰ οὐκ ἐγεννήθη ὁ ἄνθρωπος
ἐκεῖνος.
|
24 Ο μεν υιός του ανθρώπου απέρχεται από την ζωήν
αυτήν, όπως ακριβώς είναι γραμμένο εις την Αγίαν Γραφήν περί αυτού·
αλλοίμονον όμως στον άνθρωπον εκείνον, δια του οποίου ο υιός του ανθρώπου
παραδίδεται· προτιμότερον θα ήτο δι' αυτόν να μη είχε γεννηθή ο άνθρωπος
εκείνος”.
|
|
25 ἀποκριθεὶς δὲ
Ἰούδας ὁ παραδιδοὺς αὐτὸν εἶπε· Μήτι ἐγώ εἰμι, ῥαββί; λέγει αὐτῷ· Σὺ εἶπας.
|
25 Ελαβε δε τον λόγον ο Ιούδας, ο οποίος και τον
παρέδωσε, και είπε· “μήπως είμαι εγώ, διδάσκαλε;” Απήντησε εις αυτόν ο
Ιησούς· “Συ είπες, ότι είσαι συ”. (φράσις που σημαίνει· Το είπες μόνος σου,
όπως είπες, έτσι είναι· συ πράγματι είσαι αυτός που θα με παραδώση).
|
|
26 Ἐσθιόντων δὲ αὐτῶν
λαβὼν ὁ Ἰησοῦς τὸν ἄρτον καὶ εὐλογήσας ἔκλασε καὶ ἐδίδου τοῖς μαθηταῖς καὶ
εἶπε· Λάβετε φάγετε· τοῦτό ἐστι τὸ σῶμά μου·
|
26 Ενώ δε αυτοί έτρωγαν, επήρε ο Ιησούς τον άρτον και
αφού ευχαρίστησε τον έκοψε εις τεμάχια και έδιδε στους μαθητάς και είπε·
“λάβετε φάγετε· τούτο είναι το σώμα μου”.
|
|
27 καὶ λαβὼν τὸ
ποτήριον καὶ εὐχαριστήσας ἔδωκεν αὐτοῖς λέγων· Πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες·
|
27 Και αφού επήρε το ποτήριον και ηυχαρίστησε έδωκε
αυτό στους μαθητάς και είπε· “πίετε από αυτό όλοι,
|
|
28 τοῦτο γάρ ἐστι τὸ
αἷμά μου τὸ τῆς καινῆς διαθήκης τὸ περὶ πολλῶν ἐκχυνόμενον εἰς ἄφεσιν
ἁμαρτιῶν.
|
28 διότι τούτο είναι το αίμά μου, με το οποίον
επικυρώνεται η νέα διαθήκη και το οποίον χύνεται δια την συγχώρησιν των
αμαρτιών και την σωτηρίαν πολλών.
|
|
29 λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι οὐ
μὴ πίω ἀπ’ ἄρτι ἐκ τούτου τοῦ γεννήματος τῆς ἀμπέλου ἕως τῆς ἡμέρας ἐκείνης,
ὅταν αὐτὸ πίνω μεθ’ ὑμῶν καινὸν ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ πατρός μου.
|
29 Σας λέγω δε ότι δεν θα ξαναπιώ από το προϊόν αυτό
της αμπέλου από την στιγμήν αυτήν και μέχρι της ημέρας εκείνης, όταν εις την
ατελείωτον χαράν της βασιλείας του Πατρός μου θα το πίνω μαζή σας νέον,
πνευματικόν και χαροποιόν”.
|
|
30 Καὶ ὑμνήσαντες
ἐξῆλθον εἰς τὸ ὄρος τῶν ἐλαιῶν. Τότε λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς·
|
30 Και αφού έψαλαν ύμνους, εξήλθαν στο όρος των
Ελαιών. Τοτε λέγει προς αυτούς ο Ιησούς·
|
|
31 Πάντες ὑμεῖς
σκανδαλισθήσεσθε ἐν ἐμοὶ ἐν τῇ νυκτὶ ταύτῃ· γέγραπται γάρ, πατάξω τὸν
ποιμένα, καὶ διασκορπισθήσονται τὰ πρόβατα τῆς ποίμνης·
|
31 “όλοι σεις κατά την νύκτα αυτήν θα σκανδαλισθήτε
και θα κλονισθή η πίστις σας προς εμέ. Διότι έτσι έχει γραφή εις την Παλαιάν
Διαθήκην· Με την ιδικήν μου συγκατάθεσιν θα κτυπηθή ο ποιμήν, δηλαδή εγώ, και
θα διασκορπισθούν τα πρόβατα του ποιμνίου, δηλαδή σεις.
|
|
32 μετὰ δὲ τὸ ἐγερθῆναί
με προάξω ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν.
|
32 Οταν όμως αναστηθώ, θα σας προϋπαντήσω εις την
Γαλιλαίαν, όπου και θα συναντηθώμεν”.
|
|
33 ἀποκριθεὶς δὲ ὁ
Πέτρος εἶπεν αὐτῷ· Εἰ πάντες σκανδαλισθήσονται ἐν σοί, ἐγὼ δὲ οὐδέποτε
σκανδαλισθήσομαι.
|
33 Ο Πετρος όμως αποκριθείς του είπε· “εάν όλοι θα
σκανδαλισθούν δ' όσα θα συμβούν εις σε, εγώ όμως ποτέ δεν θα σκανδαλισθώ”.
|
|
34 ἔφη αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς·
Ἀμὴν λέγω σοι ὅτι ἐν ταύτῃ τῇ νυκτὶ πρὶν ἀλέκτορα φωνῆσαι τρὶς ἀπαρνήσῃ με.
|
34 Είπε εις αυτόν ο Ιησούς· “σε διαβεβαιώνω, ότι αυτήν
την νύκτα, πριν ο πετεινός λαλήση, συ θα έχης κλονισθή τόσον πολύ, ώστε τρεις
φορές θα με έχης αρνηθή”.
|
|
35 λέγει αὐτῷ ὁ
Πέτρος· Κἂν δέῃ με σὺν σοὶ ἀποθανεῖν, οὐ μή σε ἀπαρνήσομαι. ὁμοίως δὲ καὶ
πάντες οἱ μαθηταὶ εἶπον.
|
35 Λεγει εις αυτόν ο Πετρος· “και αν ακόμη χρειασθή να
αποθάνω μαζή σου, δεν θα σε απαρνηθώ”. Και όλοι οι μαθηταί τα ίδια και
παρόμοια έλεγαν.
|
|
36 Τότε ἔρχεται μετ’
αὐτῶν ὁ Ἰησοῦς εἰς χωρίον λεγόμενον Γεθσημανῆ, καὶ λέγει τοῖς μαθηταῖς·
Καθίσατε αὐτοῦ ἕως οὗ ἀπελθὼν προσεύξωμαι ἐκεῖ.
|
36 Τοτε έρχεται μαζή με αυτούς ο Ιησούς εις μίαν
περιοχήν, που ελέγετο Γεθσημανή, και λέγει στους μαθητάς· “καθήστε εδώ και
περιμένετε, έως ότου υπάγω και προσευχηθώ εκεί”.
|
|
37 καὶ παραλαβὼν τὸν
Πέτρον καὶ τοὺς δύο υἱοὺς Ζεβεδαίου ἤρξατο λυπεῖσθαι καὶ ἀδημονεῖν.
|
37 Και αφού επήρε μαζή του τον Πετρον και τους δύο
υιούς του Ζεβεδαίου, ήρχισε να λυπήται και να καταλαμβάνεται από μεγάλην
στενοχωρίαν.
|
|
38 τότε λέγει αὐτοῖς ὁ
Ἰησοῦς· Περίλυπός ἐστιν ἡ ψυχή μου ἕως θανάτου· μείνατε ὧδε καὶ γρηγορεῖτε
μετ’ ἐμοῦ.
|
38 Τοτε λέγει εις αυτούς ο Ιησούς· “πλημμυρισμένη από
βαθυτάτην λύπην είναι η ψυχή μου, ώστε κινδυνεύω να αποθάνω από αυτήν.
Μείνατε εδώ και αγρυπνήστε μαζή μου”.
|
|
39 καὶ προελθὼν μικρὸν
ἔπεσεν ἐπὶ πρόσωπον αὐτοῦ προσευχόμενος καὶ λέγων· Πάτερ μου, εἰ δυνατόν
ἐστι, παρελθέτω ἀπ’ ἐμοῦ τὸ ποτήριον τοῦτο· πλὴν οὐχ ὡς ἐγὼ θέλω, ἀλλ’ ὡς σύ.
|
39 Και αφού επροχώρησε ολίγον, έπεσε με το πρόσωπον
αυτού καταγής προσευχόμενος και λέγων· “Πατερ μου, αν είναι δυνατόν, ας
περάση από εμέ το ποτήριον τούτο. Πλην όμως ας μη γίνη όπως θέλω εγώ, αλλά
όπως θέλεις συ”.
|
|
40 καὶ ἔρχεται πρὸς
τοὺς μαθητὰς καὶ εὑρίσκει αὐτοὺς καθεύδοντας, καὶ λέγει τῷ Πέτρῳ· Οὕτως οὐκ
ἰσχύσατε μίαν ὥραν γρηγορῆσαι μετ’ ἐμοῦ!
|
40 Και έρχεται στους μαθητάς και τους ευρίσκει να
κοιμώνται και λέγει στον Πετρον· “έτσι λοιπόν σεις που προ ολίγου είπατε ότι
και την ζωήν σας θα εθυσιάζετε δι' εμέ, δεν ημπορέσατε ούτε μίαν ώρα να
αγρυπνήσετε μαζή μου!
|
|
41 γρηγορεῖτε καὶ
προσεύχεσθε, ἵνα μὴ εἰσέλθητε εἰς πειρασμόν· τὸ μὲν πνεῦμα πρόθυμον, ἡ δὲ
σὰρξ ἀσθενής.
|
41 Αγρυπνείτε και προσεύχεσθε, δια να μη περιπέσετε
εις πειρασμόν, που θα σας βυθίση εις την άρνησιν· το μεν πνεύμα είναι
πρόθυμον και έχει αγαθήν διάθεσιν, αλλ' η ανθρωπίνη σαρξ είναι ασθενής”.
|
|
42 πάλιν ἐκ δευτέρου
ἀπελθὼν προσηύξατο λέγων· Πάτερ μου, εἰ οὐ δύναται τοῦτο τὸ ποτήριον
παρελθεῖν ἀπ’ ἐμοῦ ἐὰν μὴ αὐτὸ πίω, γενηθήτω τὸ θέλημά σου.
|
42 Και πάλιν δευτέραν φορά απήλθε και προσηυχήθη
λέγων· “πάτερ μου, εάν δεν είναι δυνατόν να παρέλθη από εμέ αυτό το ποτήριον
και οπωσθήποτε πρέπει να το πίω, δια την σωτηρίαν των ανθρώπων, ας γίνη το
θέλημά σου”.
|
|
43 καὶ ἐλθὼν εὑρίσκει
αὐτοὺς πάλιν καθεύδοντας· ἦσαν γὰρ αὐτῶν οἱ ὀφθαλμοὶ βεβαρημένοι.
|
43 Και ήλθεν πάλιν προς τους μαθητάς του και τους εύρε
να κοιμώνται, διότι τα μάτια των ήσαν βαρειά από την νύστα.
|
|
44 καὶ ἀφεὶς αὐτοὺς
ἀπελθὼν πάλιν προσηύξατο ἐκ τρίτου τὸν αὐτὸν λόγον εἰπὼν.
|
44 Και αφήσας αυτούς επήγε πάλιν και προσευχήθη τρίτην
φοράν και είπε τα ίδια λόγια προς τον Πατέρα.
|
|
45 τότε ἔρχεται πρὸς
τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ καὶ λέγει αὐτοῖς· Καθεύδετε τὸ λοιπὸν καὶ ἀναπαύεσθε! ἰδοὺ
ἤγγικεν ἡ ὥρα καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται εἰς χεῖρας ἁμαρτωλῶν.
|
45 Τοτε έρχεται προς τους μαθητάς αυτού και τους
λέγει· “κοιμάσθε, λοιπόν, και αναπαύεσθε! Ιδού έφθασεν η ώρα και ο υιός του
ανθρώπου παραδίδεται εις χέρια αμαρτωλών.
|
|
46 ἐγείρεσθε, ἄγωμεν·
ἰδοὺ ἤγγικεν ὁ παραδιδούς με.
|
46 Σηκωθήτε, πηγαίνομεν· ιδού επλησίασε αυτός, που
πρόκειται να με παραδώση”.
|
|
47 Καὶ ἔτι αὐτοῦ
λαλοῦντος ἰδοὺ Ἰούδας εἷς τῶν δώδεκα ἦλθε, καὶ μετ’ αὐτοῦ ὄχλος πολὺς μετὰ
μαχαιρῶν καὶ ξύλων ἀπὸ τῶν ἀρχιερέων καὶ πρεσβυτέρων τοῦ λαοῦ.
|
47 Και ενώ ακόμη αυτός ωμιλούσε, ιδού ο Ιούδας, ένας
από τους δώδεκα, ήλθε, και μαζή με αυτόν πολύς όχλος, όλοι ωπλισμένοι με
μαχαίρια και ξύλα, σταλμένοι από τους αρχιερείς και πρεσβυτέρους του λαού.
|
|
48 ὁ δὲ παραδιδοὺς
αὐτὸν ἔδωκεν αὐτοῖς σημεῖον λέγων· Ὃν ἂν φιλήσω αὐτός ἐστι· κρατήσατε αὐτόν.
|
48 Εκείνος δε που θα τον παρέδιδε, ο Ιούδας, είχε
δώσει εις αυτούς σημείον λέγων· “εκείνον που θα φιλήσω, αυτός είναι ο Ιησούς·
να τον συλλάβετε”.
|
|
49 καὶ εὐθέως
προσελθὼν τῷ Ἰησοῦ εἶπε· Χαῖρε, ῥαββί, καὶ κατεφίλησεν αὐτόν.
|
49 Και αμέσως επλησίασε τον Ιησούν και είπε· “χαίρε,
διδάκαλε”, και με υποκριτικήν εγκαρδιότητα τον εφίλησε πολλές φορές.
|
|
50 ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν
αὐτῷ· Ἑταῖρε, ἐφ’ ὃ πάρει; τότε προσελθόντες ἐπέβαλον τὰς χεῖρας ἐπὶ τὸν
Ἰησοῦν καὶ ἐκράτησαν αὐτόν.
|
50 Ο δε Ιησούς είπεν εις αυτόν· “φίλε, σκέψου, δια
ποίον έργον έχεις έλθει εδώ;” Τοτε επλησίασαν οι άλλοι, έβαλαν τα χέρια των
επάνω στον Ιησούν και τον συνέλαβαν.
|
|
51 καὶ ἰδοὺ εἷς τῶν
μετὰ Ἰησοῦ ἐκτείνας τὴν χεῖρα ἀπέσπασε τὴν μάχαιραν αὐτοῦ, καὶ πατάξας τὸν
δοῦλον τοῦ ἀρχιερέως ἀφεῖλεν αὐτοῦ τὸ ὠτίον.
|
51 Και ιδού ένας από εκείνους που ήταν μαζή με τον
Ιησούν, άπλωσε το χέρι, ετράβηξε το μαχαίρι του, εκτύπησε τον δούλον του
αρχιερέως και του έκοψε το αυτί.
|
|
52 τότε λέγει αὐτῷ ὁ
Ἰησοῦς· Ἀπόστρεψον σου τὴν μάχαιραν εἰς τὸν τόπον αὐτῆς· πάντες γὰρ οἱ
λαβόντες μάχαιραν ἐν μαχαίρῃ ἀποθανοῦνται.
|
52 Τοτε λέγει εις αυτόν ο Ιησούς· “βάλε το μαχαίρι σου
πίσω εις την θέσιν του· διότι όσοι επήραν μαχαίρι εναντίον του πλησίον των,
θα πεθάνουν με μαχαίρι.
|
|
53 ἢ δοκεῖς ὅτι οὐ
δύναμαι ἄρτι παρακαλέσαι τὸν πατέρα μου, καὶ παραστήσει μοι πλείους ἢ δώδεκα
λεγεῶνας ἀγγέλων;
|
53 Η νομίζεις ότι δεν μπορώ εγώ αυτήν την στιγμήν να
παρακαλέσω τον Πατέρα μου και να παρατάξη ολογυρά μου περισσοτέρας από δώδεκα
λεγεώνας αγγέλων;
|
|
54 πῶς οὖν πληρωθῶσιν
αἱ γραφαὶ ὅτι οὕτω δεῖ γενέσθαι;
|
54 Εάν όμως κάτι τέτοιο γίνη, πως θα πραγματοποιηθούν
αι Γραφαί, αι οποίαι προλέγουν ότι έτσι πρέπει να συμβούν τα γεγονότα;”
|
|
55 Ἐν ἐκείνῃ τῇ ὥρᾳ
εἶπεν ὁ Ἰησοῦς τοῖς ὄχλοις· Ὡς ἐπὶ λῃστὴν ἐξήλθετε μετὰ μαχαιρῶν καὶ ξύλων
συλλαβεῖν με· καθ’ ἡμέραν πρὸς ὑμᾶς ἐκαθεζόμην διδάσκων ἐν τῷ ἱερῷ, καὶ οὐκ
ἐκρατήσατέ με.
|
55 Εκείνην την ώρα είπεν ο Ιησούς προς τους όχλους·
“σαν να ήμουν ληστής, εβγήκατε με μαχαίρια και ρόπαλα να με συλλάβετε· κάθε
ημέραν εκαθόμουν κοντά σας διδάσκων στον ναόν και δεν με επιάσατε.
|
|
56 τοῦτο δὲ ὅλον
γέγονεν ἵνα πληρωθῶσιν αἱ γραφαὶ τῶν προφητῶν. Τότε οἱ μαθηταὶ πάντες ἀφέντες
αὐτὸν ἔφυγον.
|
56 Αλλά αυτό όλο έγινε, δια να εκπληρωθούν όλα όσα
έγραψαν οι προφήται”. (Η ενοχή εκείνων μένει, διότι εν επιγνώσει ενήργησαν
κατά του αθώου. Η δε Γραφή τα προείπε διότι θα εγίνοντο, και δεν έγιναν διότι
τα προείπε η Γραφή). Τοτε οι μαθηταί όλοι τον αφήκαν και έφυγαν.
|
|
57 Οἱ δὲ κρατήσαντες
τὸν Ἰησοῦν ἀπήγαγον πρὸς Καϊάφαν τὸν ἀρχιερέα, ὅπου οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ
πρεσβύτεροι συνήχθησαν.
|
57 Εκείνοι δε αφού επιασαν τον Ιησούν, τον έφεραν στον
Καϊάφαν, τον αρχιερέα, όπου οι γραμματείς και οι πρεσβύτεροι συνεκεντρώθησαν
|
|
58 ὁ δὲ Πέτρος
ἠκολούθει αὐτῷ ἀπὸ μακρόθεν ἕως τῆς αὐλῆς τοῦ ἀρχιερέως, καὶ εἰσελθὼν ἔσω
ἐκάθητο μετὰ τῶν ὑπηρετῶν ἰδεῖν τὸ τέλος.
|
58 Ο δε Πετρος τον ακολουθούσε από μακρυά έως την
αυλήν του αρχιερέως και εισελθών εκάθισε μέσα μαζή με τους υπηρέτας, δια να
ιδή ποίον τέλος θα είχε αυτή η υπόθεσις.
|
|
59 οἱ δὲ ἀρχιερεῖς οἱ
πρεσβύτεροι καὶ τὸ συνέδριον ὅλον ἐζήτουν ψευδομαρτυρίαν κατὰ τοῦ Ἰησοῦ ὅπως
θανατώσωσιν αὐτὸν,
|
59 Οι δε αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι και όλα τα μέλη
του συνεδρίου, που ήσαν παρόντα, εζητούσαν ψευδομαρτυρίαν εναντίον του Ιησού,
δια να τον καταδικάσουν εις θάνατον
|
|
60 καὶ οὐχ εὗρον· καὶ
πολλῶν ψευδομαρτύρων προσελθόντων, οὐχ εὗρον. ὕστερον δὲ προσελθόντες δύο
ψευδομάρτυρες
|
60 και δεν ευρήκαν. Μολονότι δε πολλοί ψευδομάρτυρες
είχαν προσέλθει να καταθέσουν, δεν ευρήκαν καμμίαν αληθοφανή ψευδομαρτυρίαν.
Υστερον δε προσελθόντες δύο ψευδομάρτυρες
|
|
61 εἶπον· Οὗτος ἔφη,
δύναμαι καταλῦσαι τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ καὶ διὰ τριῶν ἡμερῶν οἰκοδομῆσαι αὐτὸν.
|
61 κατέθεσαν· “αυτός είπε· ημπορώ να κρημνίσω τον ναόν
του Θεού και εις τρεις ημέρας να τον οικοδομήσω πάλιν”.
|
|
62 καὶ ἀναστὰς ὁ
ἀρχιερεὺς εἶπεν αὐτῷ· Οὐδὲν ἀποκρίνῃ; τί οὗτοί σου καταμαρτυροῦσιν;
|
62 Και εγερθείς ο αρχιερεύς είπεν εις αυτόν· “Τιποτε
δεν αποκρίνεσαι; Τι καταθέτουν αυτοί εις βάρος σου;”
|
|
63 ὁ δὲ Ἰησοῦς ἐσιώπα.
καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ἀρχιερεὺς εἶπεν αὐτῷ· Ἐξορκίζω σε κατὰ τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος
ἵνα ἡμῖν εἴπῃς εἰ σὺ εἶ ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ.
|
63 Ο δε Ιησούς εσιωπούσε. Και λαβών τον λόγον ο
αρχιερεύς είπε εις αυτόν· “σε ορκίζω στον Θεόν τον ζώντα να μας είπης εάν συ
είσαι ο Χριστός, ο Μεσσίας, ο Υιός του Θεού”.
|
|
64 λέγει αὐτῷ ὁ
Ἰησοῦς· Σὺ εἶπας· πλὴν λέγω ὑμῖν, ἀπ’ ἄρτι ὄψεσθε τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου
καθήμενον ἐκ δεξιῶν τῆς δυνάμεως καὶ ἐρχόμενον ἐπὶ τῶν νεφελῶν τοῦ οὐρανοῦ.
|
64 Λεγει εις αυτόν ο Ιησούς· “το είπες συ, και όπως
είπες είναι, ότι είμαι ο Χριστός, ο Υιός του Θεού· πλην όμως σας λέγω τούτο,
από τώρα θα δήτε τον υιόν του ανθρώπου να κάθεται, ως Θεάνθρωπος που είναι,
εκ δεξιών του παντοδυνάμου Θεού και να έρχεται επάνω εις τας νεφέλας του
ουρανού”.
|
|
65 τότε ὁ ἀρχιερεὺς
διέρρηξε τὰ ἱμάτια αὐτοῦ λέγων ὅτι Ἐβλασφήμησε· τί ἔτι χρείαν ἔχομεν
μαρτύρων; ἴδε νῦν ἠκούσατε τὴν βλασφημίαν αὐτοῦ·
|
65 Τοτε ο αρχιερεύς, από αγανάκτησιν τάχα καληφθείς,
έσχισε, σύμφωνα με την συνήθειαν που επικρατούσε, τα ενδύματά του λέγων ότι
“ο Χριστός εβλασφήμησε. Τι μας χρειάζονται πλέον οι μάρτυρες; Ιδού όλοι σας
ηκούσατε την βλασφημίαν του.
|
|
66 τί ὑμῖν δοκεῖ; οἱ
δὲ ἀποκριθέντες εἶπον· Ἔνοχος θανάτου ἐστί.
|
66 Λοιπόν τι γνώμην έχετε;” Εκείνοι δε αποκριθέντες
όλοι μαζή είπαν· “είναι ένοχος να καταδικασθή εις θάνατον”.
|
|
67 Τότε ἐνέπτυσαν εἰς
τὸ πρόσωπον αὐτοῦ καὶ ἐκολάφισαν αὐτόν, οἱ δὲ ἐρράπισαν
|
67 Τοτε έπτυσαν αυτόν στο πρόσωπον και τον εκτύπησαν
στον τράχηλον, άλλοι δε τον ερράπισαν
|
|
68 λέγοντες·
Προφήτευσον ἡμῖν, Χριστέ, τίς ἐστιν ὁ παίσας σε;
|
68 λέγοντες· “προφήτευσε σε μας, Χριστέ, ποιός είναι
εκείνος που σε κτύπησε;”
|
|
69 Ὁ δὲ Πέτρος ἔξω
ἐκάθητο ἐν τῇ αὐλῇ· καὶ προσῆλθεν αὐτῷ μία παιδίσκη λέγουσα· Καὶ σὺ ἦσθα μετὰ
Ἰησοῦ τοῦ Γαλιλαίου.
|
69 Ο δε Πετρος εκάθητο έξω εις την αυλήν και τον
επλησίασε εκεί μία μικρά δούλη, η οποία του είπε· “και συ ήσουν μαζή με τον
Ιησούν τον Γαλιλαίον”.
|
|
70 ὁ δὲ ἠρνήσατο
ἔμπροσθεν αὐτῶν πάντων λέγων· Οὐκ οἶδα τί λέγεις.
|
70 Αυτός δε ηρνήθη εμπρός εις όλους εκείνους λέγων·
“δεν ξέρω τι λες”.
|
|
71 ἐξελθόντα δὲ αὐτὸν
εἰς τὸν πυλῶνα εἶδεν αὐτὸν ἄλλη καὶ λέγει αὐτοῖς· Ἐκεῖ καὶ οὗτος ἦν μετὰ
Ἰησοῦ τοῦ Ναζωραίου.
|
71 Οταν δε εξήλθε εις την θολωτήν μεγάλην πόρτα της
αυλής, τον είδε μία άλλη δούλη και είπεν εις αυτούς· “εκεί και αυτός ήτο μαζή
με τον Ιησούν τον Ναζωραίον”.
|
|
72 καὶ πάλιν ἠρνήσατο
μεθ’ ὅρκου ὅτι Οὐκ οἶδα τὸν ἄνθρωπον.
|
72 Και πάλιν ηρνήθη με όρκον ότι “δεν γνωρίζω τον
άνθρωπον”.
|
|
73 μετὰ μικρὸν δὲ
προσελθόντες οἱ ἑστῶτες εἶπον τῷ Πέτρῳ· Ἀληθῶς καὶ σὺ ἐξ αὐτῶν εἶ· καὶ γὰρ ἡ
λαλιά σου δῆλόν σε ποιεῖ.
|
73 Επειτα από ολίγον επλησίασαν τον Πετρον εκείνοι,
που εστέκοντο εις την αυλήν και του είπαν· “χωρίς αμφιβολίαν και συ είσαι
ένας από αυτούς, διότι και η προφορά σου σε φανερώνει”.
|
|
74 τότε ἤρξατο
καταθεματίζειν καὶ ὀμνύειν ὅτι Οὐκ οἶδα τὸν ἄνθρωπον· καὶ εὐθέως ἀλέκτωρ
ἐφώνησε.
|
74 Τοτε ήρχισε αυτός να καταριέται και να ορκίζεται
ότι· “δεν γνωρίζω τον άνθρωπον”. Και αμέσως ελάλησε ο πετεινός.
|
|
75 καὶ ἐμνήσθη ὁ
Πέτρος τοῦ ῥήματος Ἰησοῦ εἰρηκότος ὅτι πρὶν ἀλέκτορα φωνῆσαι τρὶς ἀπαρνήσῃ
με· καὶ ἐξελθὼν ἔξω ἔκλαυσε πικρῶς.
|
75 Τοτε εθυμήθηκε ο Πετρος τον λόγον του Ιησού, ο
όποιος του είχε πη· “πριν αλέκτωρ λαλήσει τρεις φορές συ θα με απαρνηθής”.
Και εξελθών έξω από την αυλήν έκλαυσε πικρά δια το βαρύ αμάρτημά του.
|

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου