ΚΕΦΑΛΑΙΟ 24 (ΚΔ)
|
1 Τῇ δὲ μιᾷ τῶν
σαββάτων ὄρθρου βαθέος ἦλθον ἐπὶ τὸ μνῆμα φέρουσαι ἃ ἡτοίμασαν ἀρώματα, καὶ
τινες σὺν αὐταῖς.
|
1 Κατά την πρώτην δε ημέραν της εβδομάδος, ενώ ήσαν
ακόμη βαθειά χαράματα, ήλθον στο μνήμα οι γυναίκες με τα αρώματα, που είχαν
ετοιμάσει, και μερικαί άλλαι μαζή των.
|
|
2 εὗρον δὲ τὸν λίθον
ἀποκεκυλισμένον ἀπὸ τοῦ μνημείου,
|
2 Ευρήκαν δε τον λίθον, που έκλειε το μνημείον,
κυλισμένον πέρα από αυτό.
|
|
3 καὶ εἰσελθοῦσαι οὐχ
εὗρον τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ.
|
3 Και όταν εμπήκαν, δεν ευρήκαν το σώμα του Κυρίου
Ιησού.
|
|
4 καὶ ἐγένετο ἐν τῷ
διαπορεῖσθαι αὐτὰς περὶ τούτου καὶ ἰδοὺ ἄνδρες δύο ἐπέστησαν αὐταῖς ἐν
ἐσθήτεσιν ἀστραπτούσαις.
|
4 Ενώ δε ευρίσκοντο εις απορίαν δια το γεγονός αυτό
και ιδού παρουσιάσθησαν έξαφνα εις αυτάς δύο άνδρες με στολάς, που άστραφταν
από λαμπρότητα.
|
|
5 ἐμφόβων δὲ
γενομένων καὶ κλινουσῶν τὸ πρόσωπον εἰς τὴν γῆν εἶπον πρὸς αὐτάς· Τί ζητεῖτε
τὸν ζῶντα μετὰ τῶν νεκρῶν;
|
5 Ενώ δε αυτάς τας κατέλαβε μεγάλος φόβος και έγερναν
το πρόσωπον των με ευλάβειαν εις την γην, είπον εκείνοι προς αυτάς· “διατί
ζητείτε μεταξύ των νεκρών αυτόν που είναι ολοζώντανος;
|
|
6 οὐκ ἔστιν ὧδε, ἀλλ’
ἠγέρθη· μνήσθητε ὡς ἐλάλησεν ὑμῖν ἔτι ὢν ἐν τῇ Γαλιλαίᾳ,
|
6 Δεν ευρίσκεται εδώ, αλλά αναστήθηκε· ενθυμηθήτε, τι
σας είπε, όταν ακόμη ήτο εις την Γαλιλαίαν.
|
|
7 λέγων ὅτι δεῖ τὸν
υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου παραδοθῆναι εἰς χεῖρας ἀνθρώπων ἁμαρτωλῶν καὶ σταυρωθῆναι,
καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστῆναι.
|
7 Σας είπε ότι σύμφωνα με την βουλήν του Θεού πρέπει
ο υιός του ανθρώπου να παραδοθή εις χείρας αμαρτωλών ανθρώπων και να σταυρωθή
και την τρίτη ημέρα θα αναστηθή”.
|
|
8 καὶ ἐμνήσθησαν τῶν
ῥημάτων αὐτοῦ,
|
8 Και θυμήθηκαν τότε τα λόγια του Κυρίου.
|
|
9 καὶ ὑποστρέψασαι
ἀπὸ τοῦ μνημείου ἀπήγγειλαν ταῦτα πάντα τοῖς ἕνδεκα καὶ πᾶσι τοῖς λοιποῖς.
|
9 Και αφού επέστρεψαν από το μνημείον ανήγγειλαν
αυτά, που είδαν και άκουσαν, στους ένδεκα και εις όλους τους άλλους μαθητάς
του Κυρίου, που ευρίσκοντο εκεί.
|
|
10 ἦσαν δὲ ἡ Μαγδαληνὴ
Μαρία καὶ Ἰωάννα καὶ Μαρία Ἰακώβου καὶ αἱ λοιπαὶ σὺν αὐταῖς, αἳ ἔλεγον πρὸς
τοὺς ἀποστόλους ταῦτα.
|
10 Αι μυροφόροι δε γυναίκες, ήσαν η Μαρία η Μαγδαληνή
και η Ιωάννα και η Μαρία η μητέρα του Ιακώβου και αι άλλαι, που ήσαν μαζή των,
και όλαι έλεγαν αυτά στους Αποστόλους.
|
|
11 καὶ ἐφάνησαν
ἐνώπιον αὐτῶν ὡσεὶ λῆρος τὰ ῥήματα αὐτῶν, καὶ ἠπίστουν αὐταῖς.
|
11 Και εφάνησαν στους Αποστόλους σαν παραληρήματα
φαντασίας τα λόγια των γυναικών και δεν επίστευσαν εις αυτάς.
|
|
12 ὁ δὲ Πέτρος ἀναστὰς
ἔδραμεν ἐπὶ τὸ μνημεῖον, καὶ παρακύψας βλέπει τὰ ὀθόνια κείμενα μόνα, καὶ
ἀπῆλθε πρὸς ἑαυτὸν θαυμάζων τὸ γεγονός.
|
12 Ο δε Πετρος εσηκώθηκε και έτρεξεν στο μνημείον. Και
αφού έσκυψεν από την είσοδον, βλέπει τις λωρίδες από σινδόνι, με τις οποίες
είχε τυλιχθή το σώμα του Κυρίου να είναι κάτω στο μνημείον μόνες, χωρίς το
σώμα και επέστρεψεν στο σπίτι θαυμάζων το γεγονός.
|
|
13 Καὶ ἰδοὺ δύο ἐξ
αὐτῶν ἦσαν πορευόμενοι ἐν αὐτῇ τῇ ἡμέρᾳ εἰς κώμην ἀπέχουσαν σταδίους ἑξήκοντα
ἀπὸ Ἱερουσαλήμ, ᾗ ὄνομα Ἐμμαοῦς.
|
13 Και ιδού, δύο από τους μαθητάς επήγαιναν αυτήν την
ημέραν εις κάποιο χωριό, που απείχε από την Ιερουσαλήμ ένδεκα περίπου
χιλιόμετρα και το οποίον ελέγετο Εμμαούς.
|
|
14 καὶ αὐτοὶ ὡμίλουν
πρὸς ἀλλήλους περὶ πάντων τῶν συμβεβηκότων τούτων.
|
14 Και αυτοί συνωμιλούσαν μεταξύ των δι' όλα αυτά τα
γεγονότα.
|
|
15 καὶ ἐγένετο ἐν τῷ
ὁμιλεῖν αὐτοὺς καὶ συζητεῖν καὶ αὐτὸς ὁ Ἰησοῦς ἐγγίσας συνεπορεύετο αὐτοῖς·
|
15 Και ενώ αυτοί συνωμιλούσαν και συζητούσαν περί του
Ιησού, ο ίδιος ο Ιησούς τους επλησίασε και επήγαινε μαζή των.
|
|
16 οἱ δὲ ὀφθαλμοὶ
αὐτῶν ἐκρατοῦντο τοῦ μὴ ἐπιγνῶναι αὐτόν.
|
16 Τα δε μάτια των εμποδίζοντο από κάποια υπερφυσικήν
δύναμιν, δια να μη τον αναγνωρίσουν.
|
|
17 εἶπε δὲ πρὸς
αὐτούς· Τίνες οἱ λόγοι οὗτοι οὓς ἀντιβάλλετε πρὸς ἀλλήλους περιπατοῦντες καί
ἐστε σκυθρωποί;
|
17 Είπε δε προς αυτούς· “ποίοι είναι αυτοί οι λόγοι
και ποιά είναι τα θέματα, τα οποία καθώς περιπατείτε, συζητείτε ματαξύ σας
και είσθε σκυθρωποί;”
|
|
18 ἀποκριθεὶς δὲ ὁ
εἷς, ᾧ ὄνομα Κλεόπας, εἶπε πρὸς αὐτόν· Σὺ μόνος παροικεῖς ἐν Ἱερουσαλὴμ καὶ
οὐκ ἔγνως τὰ γενόμενα ἐν αὐτῇ ἐν ταῖς ἡμέραις ταύταις;
|
18 Απεκρίθη δε ο ένας, που ελέγετο Κλεόπας και είπε
προς αυτόν· “συ μόνος σαν προσκυνητής κατοικείς τον καιρόν αυτόν εις την
Ιερουσαλήμ και δεν έμαθες όσα έγιναν εις αυτήν κατά τας ημέρας αυτάς;”
|
|
19 καὶ εἶπεν αὐτοῖς·
Ποῖα; οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· Τὰ περὶ Ἰησοῦ τοῦ Ναζωραίου, ὃς ἐγένετο ἀνὴρ προφήτης
δυνατὸς ἐν ἔργῳ καὶ λόγῳ ἐναντίον τοῦ Θεοῦ καὶ παντὸς τοῦ λαοῦ,
|
19 Και είπεν εις αυτούς· “ποία;” Εκείνοι δε του είπαν·
“τα περί του Ιησού του Ναζωραίου, ο όποιος ανεδείχθη προφήτης ενώπιον του
Θεού και όλου του λαού, δυνατός εις έργα θαυμαστά και εις διδασκαλίαν
πρωτάκουστον.
|
|
20 ὅπως τε παρέδωκαν
αὐτὸν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ ἄρχοντες ἡμῶν εἰς κρίμα θανάτου καὶ ἐσταύρωσαν
αὐτόν.
|
20 Δεν έμαθες και πως τον παρέδωκαν οι αρχιερείς και
οι άρχοντες μας εις θανατικήν καταδίκην και τον εσταύρωσαν;
|
|
21 ἡμεῖς δὲ ἠλπίζομεν
ὅτι αὐτός ἐστιν ὁ μέλλων λυτροῦσθαι τὸν Ἰσραήλ· ἀλλά γε σὺν πᾶσι τούτοις
τρίτην ταύτην ἡμέραν ἄγει σήμερον ἀφ’ οὗ ταῦτα ἐγένετο.
|
21 Και όμως ημείς ηλπίζαμεν, ότι αυτός είναι ο
Μεσσίας, που θα ελευθέρωνε τον Ισραήλ. Αλλά μαζή με όλα αυτά, που σου είπαμε,
ιδού ότι είναι η τρίτη ημέρα σήμερα από τότε που έγιναν αυτά, και δεν είδαμε
ακόμη τίποτε, που να δικαιολογή τας ελπίδας μας.
|
|
22 ἀλλὰ καὶ γυναῖκές
τινες ἐξ ἡμῶν ἐξέστησαν ἡμᾶς γενόμεναι ὄρθριαι ἐπὶ τὸ μνημεῖον,
|
22 Αλλά και κάτι άλλο συνέβη· μερικαί δηλαδή γυναίκες
από τον κύκλον μας μας εξέπληξαν, διότι επήγαν κατά τα χαράματα στο μνημείον
|
|
23 καὶ μὴ εὑροῦσαι τὸ
σῶμα αὐτοῦ ἦλθον λέγουσαι καὶ ὀπτασίαν ἀγγέλων ἑωρακέναι, οἳ λέγουσιν αὐτὸν
ζῆν.
|
23 και επειδή δεν εύρον εκεί το σώμα του, ήρθαν και
είπαν ότι είδαν και οπτασία αγγέλων, οι οποίοι λέγουν ότι ο Ιησούς ζη.
|
|
24 καὶ ἀπῆλθόν τινες
τῶν σὺν ἡμῖν ἐπὶ τὸ μνημεῖον, καὶ εὗρον οὕτω καθὼς καὶ αἱ γυναῖκες εἶπον,
αὐτὸν δὲ οὐκ εἶδον.
|
24 Επήγαν επίσης στο μνημείον και μερικοί από αυτούς,
που είναι μαζή μας, και ευρήκαν τα πράγματα, όπως τα είχαν είπει αι γυναίκες·
είδαν ανοικτόν μεν το μνημείον, όχι όμως και τον Ιησούν”.
|
|
25 καὶ αὐτὸς εἶπε πρὸς
αὐτούς· Ὦ ἀνόητοι καὶ βραδεῖς τῇ καρδίᾳ τοῦ πιστεύειν ἐπὶ πᾶσιν οἷς ἐλάλησαν
οἱ προφῆται!
|
25 Και τότε ο Ιησούς είπε προς αυτούς· “ω ανόητοι, που
έχετε βραδυκίνητη την καρδιά στο να πιστεύετε όλα όσα ελάλησαν οι προφήται.
|
|
26 οὐχὶ ταῦτα ἔδει
παθεῖν τὸν Χριστὸν καὶ εἰσελθεῖν εἰς τὴν δόξαν αὐτοῦ;
|
26 Αυτά δεν έπρεπε, σύμφωνα με την βουλήν του Θεού, να
πάθη ο Χριστός και να εισέλθη κατόπιν εις την δόξαν του, η οποία και ήρχισε
με την ανάστασίν του;”
|
|
27 καὶ ἀρξάμενος ἀπὸ
Μωϋσέως καὶ ἀπὸ πάντων τῶν προφητῶν διερμήνευσεν αὐτοῖς ἐν πάσαις ταῖς
γραφαῖς τὰ περὶ ἑαυτοῦ.
|
27 Και αφού ήρχισε από τον Μωϋσέα και εν συνεχεία από
όλους τους προφήτας, εξηγούσε λεπτομερώς εις αυτούς όλας τας προφητείας των
Γραφών, που ανεφέρεντο εις αυτόν.
|
|
28 Καὶ ἤγγισαν εἰς τὴν
κώμην οὗ ἐπορεύοντο, καὶ αὐτὸς προσεποιεῖτο πορρωτέρω πορεύεσθαι·
|
28 Και επλησίασαν στο χωρίον, όπου οι δύο μαθηταί
επήγαιναν και αυτός εφαίνετο ότι προχωρούσε μακρύτερα.
|
|
29 καὶ παρεβιάσαντο
αὐτὸν λέγοντες· Μεῖνον μεθ’ ἡμῶν, ὅτι πρὸς ἑσπέραν ἐστὶ καὶ κέκλικεν ἡ ἡμέρα.
καὶ εἰσῆλθε τοῦ μεῖναι σὺν αὐτοῖς.
|
29 Αυτοί όμως με τις επίμονες παρακλήσεις των τον
ηνάγκασαν να μείνη, λέγοντες· “μείνε μαζή μας, διότι πλησιάζει η εσπέρα και η
ημέρα έχει προχωρήσει προς την δύσιν”. Και εμπήκε στο σπίτι να μείνη μαζή
τους.
|
|
30 καὶ ἐγένετο ἐν τῷ
κατακλιθῆναι αὐτὸν μετ’ αὐτῶν λαβὼν τὸν ἄρτον εὐλόγησε, καὶ κλάσας ἐπεδίδου
αὐτοῖς.
|
30 Και ενώ εξηπλώθη κοντά στο τραπέζι του φαγητού μαζή
με αυτούς, επήρε τον άρτον, τον ευλόγησε ευχαριστών τον Θεόν, όπως συνήθιζε
να κάνη προ του φαγητού, και αφού τον έκοψε εις κομμάτια, έδιδε εις αυτούς.
|
|
31 αὐτῶν δὲ
διηνοίχθησαν οἱ ὀφθαλμοὶ, καὶ ἐπέγνωσαν αὐτόν· καὶ αὐτὸς ἄφαντος ἐγένετο ἀπ’
αὐτῶν.
|
31 Την στιγμήν αυτήν, όταν είδαν τον τρόπον της
ευλογίας και του τεμαχισμού του άρτου, ήνοιξαν με θείον φωτισμόν τα μάτια των
και ανεγνώρισαν αμέσως τον διδάσκαλον των. Αλλά αυτός έγινε αμέσως άφαντος
από αυτούς.
|
|
32 καὶ εἶπον πρὸς
ἀλλήλους· Οὐχὶ ἡ καρδία ἡμῶν καιομένη ἦν ἐν ἡμῖν, ὡς ἐλάλει ἡμῖν ἐν τῇ ὁδῷ
καὶ ὡς διήνοιγεν ἡμῖν τὰς γραφάς;
|
32 Και είπαν μεταξύ των· “η καρδία μας δεν εφλογίζετο
έντος ημών από θείον ενθουσιασμόν, καθώς μας ωμιλούσε στον δρόμον και μας
εφανέρωνε τα δυσκολονόητα για μας νοήματα των Γραφών;”
|
|
33 Καὶ ἀναστάντες αὐτῇ
τῇ ὥρᾳ ὑπέστρεψαν εἰς Ἱερουσαλήμ, καὶ εὗρον συνηθροισμένους τοὺς ἕνδεκα καὶ
τοὺς σὺν αὐτοῖς,
|
33 Και αφού εσηκώθησαν αμέσως αυτήν την ώρα, εγύρισαν
εις την Ιερουσαλήμ και ευρήκαν συγκεντρωμένους τους ένδεκα Αποστόλους και
τους άλλους, που ήσαν μαζή των.
|
|
34 λέγοντας ὅτι ἠγέρθη
ὁ Κύριος ὄντως καὶ ὤφθη Σίμωνι.
|
34 Ολοι δε έλεγαν, ότι πραγματικά αναστήθηκε ο Κυριος
και παρουσιάσθηκε στον Σιμωνα.
|
|
35 καὶ αὐτοὶ ἐξηγοῦντο
τὰ ἐν τῇ ὁδῷ καὶ ὡς ἐγνώσθη αὐτοῖς ἐν τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου.
|
35 Και οι δύο αυτοί διηγούντο λεπτεμερώς όσα συνέβησαν
στον δρόμον και πως ανεγνωρίσθη από αυτούς ο Κυριος την ώραν που έκοπτε τον
άρτον.
|
|
36 Ταῦτα δὲ αὐτῶν
λαλούντων αὐτὸς ὁ Ἰησοῦς ἔστη ἐν μέσῳ αὐτῶν καὶ λέγει αὐτοῖς· Εἰρήνη ὑμῖν.
|
36 Ενώ δε αυτοί ωμιλούσαν περί αυτών, αίφνης ο ίδιος ο
Ιησούς εστάθηκε στο μέσον αυτών και τους λέγει· “ειρήνη ας είναι μαζή σας”.
|
|
37 πτοηθέντες δὲ καὶ
ἔμφοβοι γενόμενοι ἐδόκουν πνεῦμα θεωρεῖν.
|
37 Εκείνοι εξαφνιάστηκαν, εταράχθησαν και κατελήφθησαν
από φόβον, διότι ενόμιζαν ότι έβλεπαν κάποιον πνεύμα.
|
|
38 καὶ εἶπεν αὐτοῖς·
Τί τεταραγμένοι ἐστέ, καὶ διατί διαλογισμοὶ ἀναβαίνουσιν ἐν ταῖς καρδίαις
ὑμῶν;
|
38 Και είπεν ο Κυριος εις αυτούς· “διατί είσθε
ταραγμένοι, και διατί ανεβαίνουν εις τας καρδίας σας διαλογισμοί απιστίας;
|
|
39 ἴδετε τὰς χεῖράς
μου καὶ τοὺς πόδας μου, ὅτι αὐτὸς ἐγώ εἰμι· ψηλαφήσατέ με καὶ ἴδετε, ὅτι
πνεῦμα σάρκα καὶ ὀστέα οὐκ ἔχει καθὼς ἐμὲ θεωρεῖτε ἔχοντα.
|
39 Ιδετε τας χείρας μου και τους πόδας μου, που φέρουν
τα σημάδια από τα καρφιά, δια να πεισθήτε ότι είμαι εγώ ο ίδιος. Ψηλαφήσατέ
με με τα χέρια σας και ιδέτε, ότι δεν είμαι πνεύμα, όπως νομίζετε, διότι το
πνεύμα δεν έχει σάρκα και οστά, όπως βλέπετε εμέ να έχω”.
|
|
40 καὶ τοῦτο εἰπὼν
ἐπέδειξεν αὐτοῖς τὰς χεῖρας καὶ τοὺς πόδας.
|
40 Και αφού είπε τούτο, έδειξε εις αυτούς τας χείρας
και τους πόδας.
|
|
41 ἔτι δὲ ἀπιστούντων
αὐτῶν ἀπὸ τῆς χαρᾶς καὶ θαυμαζόντων εἶπεν αὐτοῖς· Ἔχετέ τι βρώσιμον ἐνθάδε;
|
41 Επειδή δε εκείνοι, ένεκα της χαράς, απιστούσαν
ακόμη και εθαύμαζαν δια το καταπληκτικόν και ανέλπιστον αυτό γεγονός, είπεν
εις αυτούς ο Κυριος· “μήπως έχετε τίποτε φαγώσιμον εδώ;”
|
|
42 οἱ δὲ ἐπέδωκαν αὐτῷ
ἰχθύος ὀπτοῦ μέρος καὶ ἀπὸ μελισσίου κηρίου,
|
42 Εκείνοι δε του έδωσαν ένα κομάτι ψητό ψάρι και
κηρήθρα.
|
|
43 καὶ λαβὼν ἐνώπιον
αὐτῶν ἔφαγεν.
|
43 Και αφού τα επήρε, έφαγε ενώπιον των, όχι διότι
είχε ανάγκην τροφής το αναστημένον σώμα του, αλλά δια να πεισθούν εκείνοι ότι
αυτός είναι όντως ο αναστημένος διδάσκαλος.
|
|
44 εἶπε δὲ αὐτοῖς·
Οὗτοι οἱ λόγοι οὓς ἐλάλησα πρὸς ὑμᾶς ἔτι ὢν σὺν ὑμῖν, ὅτι δεῖ πληρωθῆναι
πάντα τὰ γεγραμμένα ἐν τῷ νόμῳ Μωϋσέως καὶ προφήταις καὶ ψαλμοῖς περὶ ἐμοῦ.
|
44 Είπε δε προς αυτούς· “αυτά που βλέπετε τώρα και
θαυμάζετε, είναι ακριβώς όσα σας έλεγα, όταν ήμουν μαζή σας, ότι πρέπει
δηλαδή να εκπληρωθούν και να πραγματοποιηθούν όλα όσα έχουν γραφή για μένα
στον νόμον του Μωϋσέως, στους προφήτας και στους ψαλμούς”.
|
|
45 τότε διήνοιξεν
αὐτῶν τὸν νοῦν τοῦ συνιέναι τὰς γραφάς,
|
45 Τοτε εφώτισε και ήνοιξε αυτών τον νουν, ώστε να
εννοούν τας Γραφάς.
|
|
46 καὶ εἶπεν αὐτοῖς
ὅτι Οὕτω γέγραπται καὶ οὕτως ἔδει παθεῖν τὸν Χριστὸν καὶ ἀναστῆναι ἐκ νεκρῶν
τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ,
|
46 Και είπεν εις αυτούς· “ότι έτσι, όπως ακριβώς
έγιναν, είναι γραμμένα εις την Αγίαν Γραφήν, και έτσι σύμφωνα με το πάνσοφον
σχέδιον του Θεού, έπρεπε να πάθη ο Χριστός και να αναστηθή εκ νεκρών την
τρίτην ημέραν,
|
|
47 καὶ κηρυχθῆναι ἐπὶ
τῷ ὀνόματι αὐτοῦ μετάνοιαν καὶ ἄφεσιν ἁμαρτιῶν εἰς πάντα τὰ ἔθνη, ἀρξάμενον
ἀπὸ Ἱερουσαλήμ.
|
47 και να κηρυχθή εν τω ονόματι αυτού εις όλα τα έθνη
μετάνοια και άφεσις αμαρτιών. Να αρχίση δε το κήρυγμα από την Ιερουσαλήμ.
|
|
48 ὑμεῖς δέ ἐστε
μάρτυρες τούτων.
|
48 Σεις δε είσθε οι φιλαλήθεις και αξιόπιστοι
μάρτυρες, οι οποίοι θα κηρύξετε και θα βεβαιώσετε όλα όσα έχετε ακούσει και
όσα έχετε ιδεί από εμέ.
|
|
49 καὶ ἰδοὺ ἐγὼ
ἀποστέλλω τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ πατρός μου ἐφ’ ὑμᾶς· ὑμεῖς δὲ καθίσατε ἐν τῇ
πόλει Ἱερουσαλήμ ἕως οὗ ἐνδύσησθε δύναμιν ἐξ ὕψους.
|
49 Σας αναγγέλω δε, ότι εγώ σας στέλνω τώρα αυτό που
υπεσχέθη ο Πατήρ, δηλαδή το Πνεύμα το Αγιον, δια νας σας φωτίζη και σας
ενισχύη και σας περιφρουρή στο αποστολικόν σας έργον. Σεις λοιπόν καθίσατε
εις την πόλιν Ιερουσαλήμ έως ότου φορέσετε, σαν άλλο ένδυμα, και κάμετε
ιδικήν σας πλέον την σοφίαν και την δύναμιν, που θα σας έλθη από τον ουρανόν
με την επιφοίτησιν του Αγίου Πνεύματος”.
|
|
50 Ἐξήγαγε δὲ αὐτοὺς
ἔξω ἕως εἰς Βηθανίαν, καὶ ἐπάρας τὰς χεῖρας αὐτοῦ εὐλόγησεν αὐτούς.
|
50 Επειτα δε από αυτάς και άλλας διδασκαλίας, τους
έβγαλε έξω από την πόλιν κάπου εκεί κοντά εις την Βηθανίαν, και αφού εσήκωσε
τα χέρια του, τους ευλόγησε.
|
|
51 καὶ ἐγένετο ἐν τῷ
εὐλογεῖν αὐτὸν αὐτοὺς διέστη ἀπ’ αὐτῶν καὶ ἀνεφέρετο εἰς τὸν οὐρανόν.
|
51 Και συνέβη τούτο το θαυμαστόν· ενώ αυτός τους
ευλογούσε, εχωρίσθη από αυτούς και εφέρετο προς τα επάνω στον ουρανόν.
|
|
52 καὶ αὐτοὶ
προσκυνήσαντες αὐτὸν ὑπέστρεψαν εἰς Ἱερουσαλὴμ μετὰ χαρᾶς μεγάλης,
|
52 Και αυτοί, αφού τον επροσκύνησαν, επέστρεψαν εις
την Ιερουσαλήμ με μεγάλην χαράν.
|
|
53 καὶ ἦσαν διὰ παντὸς
ἐν τῷ ἱερῷ αἰνοῦντες καὶ εὐλογοῦντες τὸν Θεόν. Ἀμήν.
|
53 Και ήσαν συνεχώς κατά τας ώρας της λατρείας στο
ιερόν υμνούντες και δοξολογούντες τον Θεόν. Αμήν. (εδοξολογούσαν τον Θεόν δι'
όλα όσα είδαν και ήκουσαν κατά το διάστημα των τριών ετών, και μάλιστα δια
την ένδοξον ανάστασιν και την θριαμβευτικήν ανάληψιν του Κυρίου).
|

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου