ΚΕΦΑΛΑΙΟ 23 (ΚΓ)
|
1 Καὶ ἀναστὰν ἅπαν τὸ
πλῆθος αὐτῶν ἤγαγον αὐτὸν ἐπὶ τὸν Πιλᾶτον.
|
1 Και αφού εσηκώθηκε όλο το πλήθος των συνέδρων,
έφεραν τον Ιησούν στον Πιλάτον.
|
|
2 ἤρξαντο δὲ
κατηγορεῖν αὐτοῦ λέγοντες· Τοῦτον εὕρομεν διαστρέφοντα τὸ ἔθνος καὶ κωλύοντα
Καίσαρι φόρους διδόναι, λέγοντα ἑαυτὸν Χριστὸν βασιλέα εἶναι.
|
2 Ηρχισαν δε να τον κατηγορούν και να λέγουν· “αυτόν
τον ευρήκαμεν να παρακινή το έθνος εις επανάστασιν και να εμποδίζη την
πληρωμήν των φόρων στον Καίσαρα και να λέγη δια τον ευατόν του, ότι είναι ο
Χριστός, ο βασιλεύς”.
|
|
3 ὁ δὲ Πιλᾶτος
ἠρώτησεν αὐτὸν λέγων· Σὺ εἶ ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων; ὁ δὲ ἀποκριθεὶς αὐτῷ
ἔφη· Σὺ λέγεις.
|
3 Ο δε Πιλάτος τον ηρώτησε, λέγων· “συ, ο δεμένος
υπόδικος, είσαι βασιλεύς των Ιουδαίων;” Ο δε Ιησούς απεκρίθη και του είπε·
“όπως και συ το λέγεις είμαι βασιλεύς, όχι όμως όπως οι κοσμικοί βασιλείς”.
|
|
4 ὁ δὲ Πιλᾶτος εἶπε
πρὸς τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ τοὺς ὄχλους ὅτι οὐδὲν εὑρίσκω αἴτιον ἐν τῷ ἀνθρώπῳ
τούτῳ.
|
4 Ο δε Πιλάτος είπε προς τους αρχιερείς και τους
όχλους, ότι “δεν ευρίσκω καμμίαν ενόχην στον άνθρωπον αυτόν”.
|
|
5 οἱ δὲ ἐπίσχυον
λέγοντες ὅτι ἀνασείει τὸν λαὸν διδάσκων καθ’ ὅλης τῆς Ἰουδαίας, ἀρξάμενος ἀπὸ
τῆς Γαλιλαίας ἕως ὧδε.
|
5 Αλλά αυτοί με περισσότερον πείσμα και φανατισμόν
επέμεναν, λέγοντες ότι αναταράσσει τον λαόν με το να διδάσκη τα επαναστατικά
του κηρύγματα, που έκαμε αρχήν από την Γαλιλαίαν και τα έφερε έως εδώ.
|
|
6 Πιλᾶτος δὲ ἀκούσας
Γαλιλαίαν ἐπηρώτησεν εἰ ὁ ἄνθρωπος Γαλιλαῖός ἐστι·
|
6 Ο δε Πιλάτος, όταν ήκουσε την λέξιν Γαλιλαία,
ηρώτησε, εάν ο άνθρωπος αυτός είναι από την Γαλιλαίαν.
|
|
7 καὶ ἐπιγνοὺς ὅτι ἐκ
τῆς ἐξουσίας Ἡρῴδου ἐστὶν, ἀνέπεμψεν αὐτὸν πρὸς Ἡρῴδην, ὄντα καὶ αὐτὸν ἐν
Ἱεροσολύμοις ἐν ταύταις ταῖς ἡμέραις.
|
7 Και όταν εξηκρίβωσε ότι ο Ιησούς είναι από την
περιοχήν της δικαιοδοσίας του Ηρώδου, τον παρέπεμψεν στον Ηρώδην, ο οποίος
κατά τας ημέρας αυτάς του Πασχα ευρίσκετο και αυτός εις τα Ιεροσόλυμα.(Και
τούτο, δια να απαλλαγή αυτός από την ενοχλητικήν εκείνην δίκην).
|
|
8 ὁ δὲ Ἡρῴδης ἰδὼν
τὸν Ἰησοῦν ἐχάρη λίαν· ἦν γὰρ ἐξ ἱκανοῦ θέλων ἰδεῖν αὐτὸν διὰ τὸ ἀκούειν
αὐτὸν πολλὰ περὶ αὐτοῦ, καὶ ἤλπιζέ τι σημεῖον ἰδεῖν ὑπ’ αὐτοῦ γινόμενον.
|
8 Ο δε Ηρώδης, όταν είδε τον Ιησού εχάρηκε πολύ,
διότι από πολύν καιρόν ήθελε να τον ίδη, επειδή πολλά συνεχώς ήκουε δι' αυτόν
και ήλπιζε, προς ικανοποίησιν της περιεργείας του, να ίδη κάποιο θαύμα να
γίνεται από τον Ιησούν.
|
|
9 ἐπηρώτα δὲ αὐτὸν ἐν
λόγοις ἱκανοῖς· αὐτὸς δὲ οὐδὲν ἀπεκρίνατο αὐτῷ.
|
9 Τον ερωτούσε δε ο Ηρώδης δια πολλά και με πολλάς
ερωτήσεις. Ο Ιησούς όμως δεν του έδωκε καμμίαν απάντησιν.
|
|
10 εἱστήκεισαν δὲ οἱ
γραμματεῖς καὶ οἱ ἀρχιερεῖς ἐντόνως κατηγοροῦντες αὐτοῦ.
|
10 Εκεί δε κοντά εστέκοντο οι γραμματείς και οι
αρχιερείς και τον κατηγορούσαν με ζωηρόν τόνον και επιμονήν.
|
|
11 ἐξουθενήσας δὲ
αὐτὸν ὁ Ἡρῴδης σὺν τοῖς στρατεύμασιν αὐτοῦ καὶ ἐμπαίξας, περιβαλὼν αὐτὸν
ἐσθῆτα λαμπρὰν ἀνέπεμψεν αὐτὸν τῷ Πιλάτῳ.
|
11 Ο Ηρώδης όμως, αφού τον εξηυτέλισε μαζή με τα
στρατεύματά του και τον ενέπαιξε, του εφόρεσε, δια να τον ειρωνευθή και τον
γελοιοποιήση, μίαν λαμπράν στολήν, και τον παρέπεμψε πάλιν στον Πιλάτον.
|
|
12 ἐγένοντο δὲ φίλοι ὅ
τε Ἡρῴδης καὶ ὁ Πιλᾶτος ἐν αὐτῇ τῇ ἡμέρᾳ μετ’ ἀλλήλων· προϋπῆρχον γὰρ ἐν
ἔχθρᾳ ὄντες πρὸς ἑαυτούς.
|
12 Εγιναν δε εξ αφορμής του γεγονότος αυτού φίλοι
μεταξύ των ο Ηρώδης και ο Πιλάτος κατά την ημέραν αυτήν. Διότι προηγούμενος
ευρίσκοντο εις έχθραν μεταξύ των. (Ισως εξ αιτίας ζητημάτων δικαιοδοσίας).
|
|
13 Πιλᾶτος δὲ
συγκαλεσάμενος τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ τοὺς ἄρχοντας καὶ τὸν λαὸν
|
13 Ο Πιλάτος δε, αφού εκάλεσε μαζή τους αρχιερείς και
τους άρχοντας και τον λαόν,
|
|
14 εἶπε πρὸς αὐτούς·
Προσηνέγκατέ μοι τὸν ἄνθρωπον τοῦτον ὡς ἀποστρέφοντα τὸν λαόν, καὶ ἰδοὺ ἐγὼ
ἐνώπιον ὑμῶν ἀνακρίνας οὐδὲν εὗρον ἐν τῷ ἀνθρώπῳ τούτῳ αἴτιον ὧν κατηγορεῖτε
κατ’ αὐτοῦ.
|
14 είπε προς αυτούς· “μου εφέρατε τον άνθρωπος αυτόν
να τον δικάσω, διότι τάχα εξεγείρει τον λαόν εναντίον του Καίσαρος και των
νόμων του κράτους. Και ιδού εγώ τον ανέκρινα ενώπιον σας και δεν ευρήκα στον
άνθρωπον αυτός καμμιάν παράβασιν και ενόχην, εις όσα σστον κατηγορείτε.
|
|
15 ἀλλ’ οὐδὲ Ἡρῴδης·
ἀνέπεμψα γὰρ ὑμᾶς πρὸς αὐτὸν· καὶ ἰδοὺ οὐδὲν ἄξιον θανάτου ἐστὶ πεπραγμένον
αὐτῷ.
|
15 Αλλά ούτε και ο Ηρώδης δεν τον ευρήκε ένοχον· διότι
εγώ έστειλα και σας μαζή με τον άνθρωπον αυτόν προς τον Ηρώδην και ιδού, ότι
τίποτε το άξιον θανάτου δεν έχει διαπραχθή από αυτόν.
|
|
16 παιδεύσας οὖν αὐτὸν
ἀπολύσω.
|
16 Λοιπόν, αφού τον βασανίσω και διατάξω να τον
φραγγελώσουν θα τον απολύσω”.
|
|
17 ἀνάγκην δὲ εἶχεν
ἀπολύειν αὐτοῖς κατὰ ἑορτὴν ἕνα.
|
17 Είχε δε υποχρέωσιν ο Πιλάτος, από κάποιο έθιμον, να
απελευθερώνη χάριν του λαού κατά την εορτήν του Πασχα ένα κρατούμενον.
|
|
18 ἀνέκραξαν δὲ
παμπληθεὶ λέγοντες· Αἶρε τοῦτον, ἀπόλυσον δὲ ἡμῖν Βαραββᾶν·
|
18 Εφώναξαν δε δυνατά όλον το πλήθος μαζή, άρχοντες
και λαός, λέγοντες· “φόνευσε αυτόν, να μας αφήσης ελεύθερον τον Βαραββάν”.
|
|
19 ὅστις ἦν διὰ στάσιν
τινὰ γενομένην ἐν τῇ πόλει καὶ φόνον βεβλημένος εἰς τὴν φυλακὴν.
|
19 Ο οποίος Βαραββάς είχε ριφθή εις την φυλακήν δια
κάποιαν στάσιν, που έγινε εις την πόλιν και δια φόνον.
|
|
20 πάλιν οὖν ὁ Πιλᾶτος
προσεφώνησε, θέλων ἀπολῦσαι τὸν Ἰησοῦν.
|
20 Παλιν λοιπόν ο Πιλάτος ωμίλησε προς τον λαόν, διότι
ήθελε να απολύση τον Ιησούν.
|
|
21 οἱ δὲ ἐπεφώνουν
λέγοντες· Σταύρωσον σταύρωσον αὐτόν.
|
21 Αυτοί όμως εις απάντησιν εφώναζαν δυνατά λέγοντες·
“σταύρωσον, σταύρωσον αυτόν”.
|
|
22 ὁ δὲ τρίτον εἶπε
πρὸς αὐτούς· Τί γὰρ κακὸν ἐποίησεν οὗτος; οὐδὲν ἄξιον θανάτου εὗρον ἐν αὐτῷ·
παιδεύσας οὖν αὐτὸν ἀπολύσω.
|
22 Ο δε Πιλάτος δια τρίτην φοράν είπεν εις αυτούς·
“διατί να τον σταυρώσω; Ποίον κακόν, άξιον σταυρικού θανάτου, έπραξε αυτός;
Τιποτε το άξιον θανάτου δεν εύρηκα εις αυτόν. Θα τον μαστιγώσω λοιπόν και θα
τον απολύσω”. (Αν ήτο αθώος διατί να τον μαστιγώση; Αν ήτο ένοχος διατί να
τον απολύση; Ο Πιλάτος άδικος καθώς ήτο δεν είχε το θάρρος να αποδώση
δικαιοσύνην και απολύση τον Κυριον).
|
|
23 οἱ δὲ ἐπέκειντο
φωναῖς μεγάλαις αἰτούμενοι αὐτὸν σταυρωθῆναι, καὶ κατίσχυον αἱ φωναὶ αὐτῶν
καὶ τῶν ἀρχιερέων.
|
23 Αυτοί δε μαινόμενοι επέμεναν με μεγάλας φωνάς και
εζητούσαν να σταυρωθή. Και αι φωναί αυτών και των αρχιερέων υπερίσχυαν και
εσκέπαζαν τα λόγια του Πιλάτου.
|
|
24 ὁ δὲ Πιλᾶτος
ἐπέκρινε γενέσθαι τὸ αἴτημα αὐτῶν,
|
24 Ο δε Πιλάτος απεφάσισε οριστικώς να γίνη το αίτημα
των.
|
|
25 ἀπέλυσε δὲ αὐτοῖς
τὸν Βαραββᾶν τὸν διὰ στάσιν καὶ φόνον βεβλημένον εἰς τὴν φυλακὴν, ὃν ᾐτοῦντο,
τὸν δὲ Ἰησοῦν παρέδωκε τῷ θελήματι αὐτῶν.
|
25 Αφήκε δε προς χάριν αυτών ελεύθερον τον Βαραββάν, ο
οποίος ήτο φυλακισμένος δια στάσιν και φόνον και του οποίου την απόλυσιν
εζητούσαν εκείνοι, τον δε Ιησούν παρέδωκε, σύμφωνα με το θέλημά των, να
σταυρωθή.
|
|
26 Καὶ ὡς ἀπήγαγον
αὐτόν, ἐπιλαβόμενοι Σίμωνός τινος Κυρηναίου, ἐρχομένου ἀπ’ ἀγροῦ, ἐπέθηκαν
αὐτῷ τὸν σταυρὸν φέρειν ὀπίσω τοῦ Ἰησοῦ.
|
26 Και όταν τον επήγαιναν προς τον Γολγοθάν, έπιασαν
κάποιον Σιμωνα Κυρηναίον, που ήρχετο από το χωράφι, του εφόρτωσαν τον σταυρόν
να τον φέρη πίσω από τον Ιησούν, ο όποίος είχε πλέον σωματικώς εξαντληθή.
|
|
27 Ἠκολούθει δὲ αὐτῷ
πολὺ πλῆθος τοῦ λαοῦ καὶ γυναικῶν, αἳ καὶ ἐκόπτοντο καὶ ἐθρήνουν αὐτόν.
|
27 Τον ακολουθούσε δε πολύ πλήθος λαού και γυναικών,
αι οποίαι εκτυπούσαν το στήθος και την κεφαλήν των και εθρηνούσαν δι' αυτόν.
|
|
28 στραφεὶς δὲ πρὸς
αὐτὰς ὁ Ἰησοῦς εἶπε· Θυγατέρες Ἱερουσαλήμ, μὴ κλαίετε ἐπ’ ἐμέ, πλὴν ἐφ’
ἑαυτὰς κλαίετε καὶ ἐπὶ τὰ τέκνα ὑμῶν.
|
28 Ο δε Ιησούς αφού εγύρισε προς αυτάς είπε·
“θυγατέρες Ιερουσαλήμ, μη κλαίετε δι' εμέ, αλλά κλαίετε δια τον ευατόν σας
και τα τέκνα σας.
|
|
29 ὅτι ἰδοὺ ἔρχονται
ἡμέραι ἐν αἷς ἐροῦσι· μακάριαι αἱ στεῖραι καὶ κοιλίαι αἳ οὐκ ἐγέννησαν, καὶ
μαστοὶ οἳ οὐκ ἐθήλασαν.
|
29 Διότι ιδού έρχονται ημέραι, κατά τας οποίας θα
είπουν· καλότυχες είναι οι στείρες γυναίκες και αι κοιλίαι που δεν εγέννησαν
και οι μαστοί που δεν εθήλασαν βρέφη. Διότι αυταί που έχουν παιδιά θα
αισθανθούν δριμύτερον τον πόνον δια τα δεινά που θα έλθουν εις αυτάς και εις
τα παιδιά των.
|
|
30 τότε ἄρξονται
λέγειν τοῖς ὄρεσι, πέσετε ἐφ’ ἡμᾶς, καὶ τοῖς βουνοῖς, καλύψατε ἡμᾶς·
|
30 Τοτε θ'αρχίσουν να λέγουν εις τα όρη· πέσατε επάνω
μας· και εις τα βουνά· σκεπάσατέ μας με το βάρος σας, δια να αποθάνωμεν μίαν
ώραν ενωρίτερα και μη βασανιζώμεθα από τα ανυπόφορα πλέον δεινά.
|
|
31 ὅτι εἰ ἐν τῷ ὑγρῷ
ξύλῳ ταῦτα ποιοῦσιν, ἐν τῷ ξηρῷ τί γένηται;
|
31 Διότι εάν στο χλωρόν δένδρον κάνουν αυτά οι
Ρωμαίοι, στο ξηρόν τι θα συμβή; (Εάν εις εμέ τον αθώον, που έχω θείαν και
ακατάλυτον ζωήν, γίνωνται αυτά, τι μέλλει να γίνη εις σας, που είσθε τόσον
βαρειά ένοχοι δια τα πολλά και μεγάλα αμαρτήματά σας;)”
|
|
32 Ἤγοντο δὲ καὶ
ἕτεροι δύο κακοῦργοι σὺν αὐτῷ ἀναιρεθῆναι.
|
32 Ωδηγούντο δε στον τόπον της σταυρώσεως και άλλοι
δύο, οι οποίοι ήσαν κακούργοι, δια να θανατωθούν μαζή με αυτόν.
|
|
33 Καὶ ὅτε ἀπῆλθον ἐπὶ
τὸν τόπον τὸν καλούμενον Κρανίον, ἐκεῖ ἐσταύρωσαν αὐτὸν καὶ τοὺς κακούργους,
ὃν μὲν ἐκ δεξιῶν, ὃν δὲ ἐξ ἀριστερῶν.
|
33 Και όταν έφθασαν εις τόπον, που ελέγετο Κρανίον,
εκεί εσταύρωσαν αυτόν και τους δύο κακούργους, ένα εις τα δεξιά και ένα εις
τα αριστερά.
|
|
34 ὁ δὲ Ἰησοῦς ἔλεγε·
Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς· οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι. διαμεριζόμενοι δὲ τὰ ἱμάτια
αὐτοῦ ἔβαλον κλῆρον.
|
34 Ο δε Ιησούς έλεγε· “Πατερ, συγχώρησέ τους· διότι
τυφλωμένοι από την εμπάθειάν των, δεν γνωρίζουν τι κάνουν”. Και οι στρατιώται
εμοιράζοντο μεταξύ τους τα ιμάτια του και έβαλλαν κλήρον, τι θα πάρη ο
καθένας.
|
|
35 καὶ εἱστήκει ὁ λαὸς
θεωρῶν. ἐξεμυκτήριζον δὲ καὶ οἱ ἄρχοντες σὺν αὐτοῖς λέγοντες· Ἄλλους ἔσωσε,
σωσάτω ἑαυτόν, εἰ οὗτός ἐστιν ὁ Χριστὸς ὁ τοῦ Θεοῦ ὁ ἐκλεκτός.
|
35 Και εστέκετο ο λαός παρατηρών και απολαμβάνων το
θέαμα της σταυρώσεως. Περιγελούσαν δε αυτόν και οι άρχοντες μαζή με άλλους
και έλεγαν· “άλλους έσωσε. Ας σώση τώρα και τον εαυτόν του, εάν είναι πράγματι
αυτός ο Χριστός ο εκλεκτός του Θεού”.
|
|
36 ἐνέπαιζον δὲ αὐτῷ
καὶ οἱ στρατιῶται προσερχόμενοι καὶ ὄξος προσφέροντες αὐτῷ
|
36 Τον ενέπαιζαν δε οι στρατιώται, οι οποίοι
προσήρχοντο και του προσέφεραν ξύδι
|
|
37 καὶ λέγοντες· Εἰ σὺ
εἶ ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων, σῶσον σεαυτόν.
|
37 και έλεγαν· “εάν συ είσαι ο βασιλεύς των Ιουδαίων,
σώσε τον εαυτόν σου”.
|
|
38 ἦν δὲ καὶ ἐπιγραφὴ
γεγραμμένη ἐπ’ αὐτῷ γράμμασιν Ἑλληνικοῖς καὶ Ρωμαϊκοῖς καὶ Ἑβραϊκοῖς· οὗτός
ἐστιν ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων.
|
38 Ητο δε και επιγραφή εις ειδικήν σανίδα, στερεωμένη
στο επάνω μέρος του σταυρού, γραμμένη με γράμματα Ελληνικά και Ρωμαϊκά και
Εβραϊκά· Αυτός είναι ο βασιλεύς των Ιουδαίων.
|
|
39 Εἷς δὲ τῶν
κρεμασθέντων κακούργων ἐβλασφήμει αὐτὸν λέγων· Εἰ σὺ εἶ ὁ Χριστός, σῶσον
σεαυτὸν καὶ ἡμᾶς.
|
39 Ενας δε από τους σταυρωθέντας κακούργους τον
εβλασφημούσε λέγων· “εάν συ είσαι πράγματι ο Χριστός, σώσε τον ευατόν σου και
ημάς”.
|
|
40 ἀποκριθεὶς δὲ ὁ
ἕτερος ἐπετίμα αὐτῷ λέγων· Οὐδὲ φοβῇ σὺ τὸν Θεόν, ὅτι ἐν τῷ αὐτῷ κρίματι εἶ;
|
40 Απεκρίθη δε ο άλλος, τον επέπληττε και του έλεγε·
ούτε τον Θεόν συ ο εγκληματίας και ένοχος δεν φοβείσαι, διότι υφίστασαι την
ιδίαν καταδίκην με αυτόν τον αθώον;
|
|
41 καὶ ἡμεῖς μὲν
δικαίως· ἄξια γὰρ ὧν ἐπράξαμεν ἀπολαμβάνομεν· οὗτος δὲ οὐδὲν ἄτοπον ἔπραξε.
|
41 Και ημείς μεν δικαίως τιμωρούμεθα, διότι
απολαμβάνομεν άξια εκείνων που επράξαμεν. Αυτός όμως κανένα ποτέ άτοπον δεν
έπραξε”.
|
|
42 καὶ ἔλεγε τῷ Ἰησοῦ·
Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου.
|
42 Και έλεγεν στον Ιησούν· “ενθυμήσου με, Κυριε, όταν
θα έλθης με δόξαν και δύναμιν εις την βασιλείαν σου, ώστε να απολαύσω και εγώ
την χαράν και την μακαριότητα αυτής”.
|
|
43 καὶ εἶπεν αὐτῷ ὁ
Ἰησοῦς· Ἀμήν λέγω σοι, σήμερον μετ’ ἐμοῦ ἔσῃ ἐν τῷ παραδείσῳ.
|
43 Και είπεν εις αυτόν ο Ιησούς· “σε διαβεβαιώνω, ότι
σήμερον θα είσαι μαζή μου στον παράδεισον”.
|
|
44 ἦν δὲ ὡσεὶ ὥρα ἕκτη
καὶ σκότος ἐγένετο ἐφ’ ὅλην τὴν γῆν ἕως ὥρας ἐνάτης, τοῦ ἡλίου ἐκλειπόντος,
|
44 Ητο δε ώρα εξ περίπου από την ανατολήν του ηλίου,
δηλαδή μεσημέρι, και απλώθηκε σκότος εις όλην την γην έως τας τρστο απόγευμα,
διότι είχε χαθή ο ήλιος από τον ουρανόν.
|
|
45 καὶ ἐσχίσθη τὸ
καταπέτασμα τοῦ ναοῦ μέσον·
|
45 Και εσχίσθη στο μέσον το πολύτιμον παραπέτασμα του
ναού.
|
|
46 καὶ φωνήσας φωνῇ
μεγάλῃ ὁ Ἰησοῦς εἶπε· Πάτερ, εἰς χεῖράς σου παρατίθεμαι τὸ πνεῦμά μου· καὶ
ταῦτα εἰπὼν ἐξέπνευσεν.
|
46 Και εφώναξε με φωνήν μεγάλην ο Ιησούς και είπε·
“πάτερ, εις τας χείρας σου παραίδω το πνεύμα μου”. Και αφού είπε τους λόγους
αυτούς, εξέπνευσε.
|
|
47 ἰδὼν δὲ ὁ
ἑκατόνταρχος τὸ γενόμενον ἐδόξασε τὸν Θεὸν λέγων· Ὄντως ὁ ἄνθρωπος οὗτος
δίκαιος ἦν.
|
47 Οταν δε ο εκατόνταρχος είδεν αυτό που έγινε, δηλαδή
το σκότος, τον σεισμόν και προ παντός τον τρόπον με τον οποίον ο Χριστός ως
Κυριος της ζωής του παρέδωσε το πνεύμα, εδόξασε τον Θεόν, λέγων· “πράγματι ο
άνθρωπος ούτος ήτο δίκαιος”.
|
|
48 καὶ πάντες οἱ
συμπαραγενόμενοι ὄχλοι ἐπὶ τὴν θεωρίαν ταύτην, θεωροῦντες τὰ γενόμενα,
τύπτοντες ἑαυτῶν τὰ στήθη ὑπέστρεφον.
|
48 Και όλα τα πλήθη που είχαν έλθει μαζή δια να
παρακολουθήσουν το θέαμα της σταυρώσεως, όταν είδαν αυτά που έγιναν, εγύρισαν
πίσω εις την πόλιν, κτυπώντες τα στήθη των, δια να εκδηλώσουν έτσι την
μετάνοιάν των.
|
|
49 εἱστήκεισαν δὲ
πάντες οἱ γνωστοὶ αὐτοῦ ἀπὸ μακρόθεν, καὶ γυναῖκες αἱ συνακολουθήσασαι αὐτῷ
ἀπὸ τῆς Γαλιλαίας, ὁρῶσαι ταῦτα.
|
49 Ολοι δε οι γνωστοί του Κυρίου εστέκοντο από μακρυά,
όπως επίσης και αι γυναίκες, που τον είχαν ακολουθήσει από την Γαλιλαίαν, και
έβλεπαν όλα τα περιστατικά της σταυρώσεως.
|
|
50 Καὶ ἰδοὺ ἀνὴρ
ὀνόματι Ἰωσὴφ, βουλευτὴς ὑπάρχων καὶ ἀνὴρ ἀγαθὸς καὶ δίκαιος
|
50 Και ιδού, εμφανίζεται ένας άνθρωπος που ελέγετο
Ιωσήφ, ο οποίος ήτο βουλευτής, μέλος δηλαδή του συνεδρίου, άνθρωπος αγαθός
και δίκαιος
|
|
51 - οὗτος οὐκ ἦν
συγκατατεθειμένος τῇ βουλῇ καὶ τῇ πράξει αὐτῶν - ἀπὸ Ἁριμαθαίας πόλεως τῶν
Ἰουδαίων, ὃς προσεδέχετο καὶ αὐτὸς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ,
|
51 Αυτός δεν είχε συγκατατεθή εις την απόφασιν του
συνεδρίου και εις την άλλην ενέργειαν των συνέδρων δια την σταύρωσιν του
Χριστού. Αυτός κατήγετο από την Αριμαθαίαν, πόλιν των Ιουδαίων, είχε δε δεχθή
και πιστεύσει στο κήρυγμα περί της βασιλείας του Θεού την οποίαν και
επερίμενε.
|
|
52 οὗτος προσελθὼν τῷ
Πιλάτῳ ᾐτήσατο τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ,
|
52 Αυτός προσήλθε στον Πιλάτον και εζήτησε το σώμα του
Ιησού.
|
|
53 καὶ καθελὼν αὐτὸ
ἐνετύλιξε σινδόνι καὶ ἔθηκεν αὐτὸ ἐν μνήματι λαξευτῷ, οὗ οὐκ ἦν οὐδεὶς οὐδέπω
κείμενος·
|
53 Και αφού το κατέβασε από τον σταυρόν, το ετύλιξεν
εις σινδόνι και το έθεσε εις μνημείον σκαλισμένον εις βράχον, μέσα στο οποίον
κανείς ποτέ δεν είχε ταφή.
|
|
54 καὶ ἡμέρα ἦν
παρασκευὴ, σάββατον ἐπέφωσκε.
|
54 Και ήτο ακόμη ημέρα Πρασκευή. Επλησίαζεν όμως το
Σαββατον, που θα ήρχιζε με την δύσιν του ηλίου.
|
|
55 Κατακολουθήσασαι δὲ
αἱ γυναῖκες, αἵτινες ἦσαν συνεληλυθυῖαι αὐτῷ ἐκ τῆς Γαλιλαίας, ἐθεάσαντο τὸ
μνημεῖον καὶ ὡς ἐτέθη τὸ σῶμα αὐτοῦ,
|
55 Παρακολουθούσαν δε με προσοχήν αι γυναίκες, που
είχαν έλθει μαζή με τον Ιησούν από την Γαλιλαίαν και είδαν το μνημείον, όπως
επίσης είδαν πως ετέθη το σώμα του εις αυτό σαβανωμένον.
|
|
56 ὑποστρέψασαι δὲ
ἡτοίμασαν ἀρώματα καὶ μύρα. καὶ τὸ μὲν σάββατον ἡσύχασαν κατὰ τὴν ἐντολήν.
|
56 Αφού δε επέστρεψαν εις την πόλιν, ητοίμασαν πριν
δύση ο ήλιος, αρώματα και ευώδη έλαια. Και κατά μεν τον Σαββατον ησύχασαν και
δεν έκαναν τίποτε, σύμφωνα με την εντολήν περί της σαββατικής αργίας.
|

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου