ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9 (Θ)
|
1 Συγκαλεσάμενος δὲ τοὺς δώδεκα μαθητὰς αὐτοῦ ἔδωκεν
αὐτοῖς δύναμιν καὶ ἐξουσίαν ἐπὶ πάντα τὰ δαιμόνια καὶ νόσους θεραπεύειν·
|
1 Αφού δε εκάλεσε τους δώδεκα μαθητάς του, έδωσεν εις
αυτούς δύναμιν και εξουσίαν επί όλων των δαιμονίων, καθώς επίσης και να
θεραπεύουν ασθενείας.
|
|
2 καὶ ἀπέστειλεν αὐτοὺς κηρύσσειν τὴν βασιλείαν τοῦ
Θεοῦ καὶ ἰᾶσθαι τοὺς ἀσθενοῦντας,
|
2 Και έστειλε αυτούς να κηρύσσουν την διδασκαλίαν
περί της βασιλείας του Θεού και να θεραπεύουν τους ασθενείς, δια να
επιβεβαιώνεται έτσι με τα θαύματα η διδασκαλία των.
|
|
3 καὶ εἶπε πρὸς αὐτούς· Μηδὲν αἴρετε εἰς τὴν ὁδόν,
μήτε ῥάβδους μήτε πήραν μήτε ἄρτον μήτε ἀργύριον μήτε ἀνὰ δύο χιτῶνας ἔχειν.
|
3 Και είπεν εις αυτούς· “μη παίρνετε τίποτε στον
δρόμον ούτε ράβδους ούτε σάκκον ούτε ψωμί ούτε χρήματα ούτε να έχετε από δύο
χιτώνας.
|
|
4 καὶ εἰς ἣν ἂν οἰκίαν εἰσέλθητε, ἐκεῖ μένετε καὶ
ἐκεῖθεν ἐξέρχεσθε.
|
4 Και εις όποιο σπίτι μπήτε δια να φιλοξενηθήτε, εκεί
να μένετε όλον το διάστημα της παραμονής σας και από εκεί να αναχωρήτε, όταν
θα ξεκινάτε δι' άλλην πόλιν.
|
|
5 καὶ ὅσοι ἐὰν μὴ δέξωνται ὑμᾶς, ἐξερχόμενοι ἀπὸ τῆς
πόλεως ἐκείνης τὸν κονιορτὸν ἀπὸ τῶν ποδῶν ὑμῶν ἀποτινάξατε εἰς μαρτύριον ἐπ’
αὐτούς.
|
5 Και εάν τυχόν μερικοί δεν σας δεχθούν, όταν φεύγετε
από την πόλιν εκείνην, τινάξτε καλά και την σκόνην από τα πόδια σας, ως
διαμαρτυρίαν εναντίον των και ως έλεγχον αυτών ενώπιον του Θεού”.
|
|
6 ἐξερχόμενοι δὲ διήρχοντο κατὰ τὰς κώμας
εὐαγγελιζόμενοι καὶ θεραπεύοντες πανταχοῦ.
|
6 Αφού δε εξεκίνησαν οι Απόστολοι, διήρχοντο το ένα
μετά το άλλο τα χωριά, κηρύττοντες το Ευαγγέλιον και θεραπεύοντες παντού τους
ασθενείς.
|
|
7 Ἤκουσε δὲ Ἡρῴδης ὁ τετράρχης τὰ γενόμενα ὑπ’ αὐτοῦ
πάντα, καὶ διηπόρει διὰ τὸ λέγεσθαι ὑπό τινων ὅτι Ἰωάννης ἠγήγερται ἐκ τῶν
νεκρῶν,
|
7 Επληροφορήθη δε τότε ο Ηρώδης ο τετράρχης, όλα αυτά
που εγίνοντο εκ μέρους του Ιησού και ευρίσκετο εις μεγάλην απορίαν, επειδή
ελέγετο από μερικούς, ότι ο Ιωάννης ο Βαπτιστής αναστήθηκε εκ των νεκρών και
κάμνει αυτά τα θαύματα.
|
|
8 ὑπό τινων δὲ ὅτι Ἠλίας ἐφάνη, ἄλλων δὲ ὅτι προφήτης
τις τῶν ἀρχαίων ἀνέστη.
|
8 Από μερικούς δε ελέγετο, ότι ο Ηλίας εφάνηκε πάλιν
εις την γην, από άλλους δε, ότι κάποιος μεγάλος προφήτης από τους αρχαίους
ανεστήθη.
|
|
9 καὶ εἶπεν Ἡρῴδης· Ἰωάννην ἐγὼ ἀπεκεφάλισα· τίς δέ
ἐστιν οὗτος περὶ οὗ ἐγὼ ἀκούω τοιαῦτα; καὶ ἐζήτει ἰδεῖν αὐτόν.
|
9 Και είπεν ο Ηρώδης· “τον Ιωάννην εγώ τον
αποκεφάλισα και επομένως δεν ζη πλέον. Αλλά ποιός είναι αυτός, δια τον οποίον
εγώ ακούω ότι πράττει τόσον πολλά και τόσον παράδοξα έργα;” Και εζητούσε να
ίδη τον Ιησούν.
|
|
10 Καὶ ὑποστρέψαντες
οἱ ἀπόστολοι διηγήσαντο αὐτῷ ὅσα ἐποίησαν. καὶ παραλαβὼν αὐτοὺς ὑπεχώρησε
κατ’ ἰδίαν εἰς τόπον ἔρημον πόλεως καλουμένης Βηθσαϊδά.
|
10 Και όταν επέστρεψαν από την περιοδείαν οι
Απόστολοι, διηγήθηκαν εις αυτόν όσα έκαμαν. Και ο Ιησούς τους επήρε μαζή του
και ανεχώρησε ιδιετέρως με αυτούς εις ένα έρημον τόπον, πλησίον μιας πόλεως
που εκαλείτο Βηθσαϊδά.
|
|
11 οἱ δὲ ὄχλοι γνόντες
ἠκολούθησαν αὐτῷ, καὶ δεξάμενος αὐτοὺς ἐλάλει αὐτοῖς περὶ τῆς βασιλείας τοῦ
Θεοῦ, καὶ τοὺς χρείαν ἔχοντας θεραπείας ἰάσατο.
|
11 Τα πλήθη όμως, μόλις επληροφορήθησαν, τον ηκολούθησα
και αυτός τους εδέχθη και εκύρηττε προς αυτούς περί της βασιλείας το Θεού,
και ιάτρευε όσους είχαν ανάγκην θεραπείας.
|
|
12 Ἡ δὲ ἡμέρα ἤρξατο
κλίνειν· προσελθόντες δὲ οἱ δώδεκα εἶπον αὐτῷ· Ἀπόλυσον τὸν ὄχλον, ἵνα
πορευθέντες εἰς τὰς κύκλῳ κώμας καὶ τοὺς ἀγροὺς καταλύσωσι καὶ εὕρωσι
ἐπισιτισμόν, ὅτι ὧδε ἐν ἐρήμῳ τόπῳ ἐσμέν.
|
12 Αλλ' η ημέρα ήρχισε να κλίνη προς την δύσιν. Τον
επλησίασαν τότε οι δώδεκα και του είπαν· διάλυσε τα πλήθη του λαού, δια να
πάνε εις τα γύρω χωριά και τις αγροτικές κατοικίες να καταλύσουν και να
εύρουν τροφάς, δια να φάγουν, διότι εδώ ευρισκόμεθα εις έρημον τόπον”.
|
|
13 εἶπε δὲ πρὸς
αὐτούς· Δότε αὐτοῖς ὑμεῖς φαγεῖν. οἱ δὲ εἶπον· Οὐκ εἰσὶν ἡμῖν πλεῖον ἢ πέντε
ἄρτοι καὶ ἰχθύες δύο, εἰ μήτι πορευθέντες ἡμεῖς ἀγοράσομεν εἰς πάντα τὸν λαὸν
τοῦτον βρώματα·
|
13 Είπε δε προς αυτούς ο Ιησούς· “δώστε τους σεις να
φάγουν”. Αυτοί δε είπαν· “δεν μας βρίσκονται παρά πάνω από πέντε ψωμιά και
δύο ψάρια, εκτός εάν πάμε ημείς και κυττάξωμεν να αγοράσωμε δι' όλον αυτόν
τον λαόν τροφάς”.
|
|
14 ἦσαν γὰρ ὡσεὶ
ἄνδρες πεντακισχίλιοι. εἶπε δὲ πρὸς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ· Κατακλίνατε αὐτοὺς
κλισίας ἀνὰ πεντήκοντα.
|
14 Διότι οι άνδρες μόνον ήσαν περίπου πέντε χιλιάδες.
Είπε δε προς τους μαθητάς του ο Κυριος· “βάλτε τους να καθίσουν καθ' ομάδας
από πενήντα, πενήντα”.
|
|
15 καὶ ἐποίησαν οὕτω
καὶ ἀνέκλιναν ἅπαντας.
|
15 Και έκαμαν έτσι οι μαθηταί και έβαλαν όλους να
καθίσουν.
|
|
16 λαβὼν δὲ τοὺς πέντε
ἄρτους καὶ τοὺς δύο ἰχθύας, ἀναβλέψας εἰς τὸν οὐρανὸν εὐλόγησεν αὐτοὺς καὶ
κατέκλασε, καὶ ἐδίδου τοῖς μαθηταῖς παραθεῖναι τῷ ὄχλῳ.
|
16 Επήρε τότε ο Ιησούς τους πέντε άρτους και τα δύο
ψάρια, ύψωσε τα μάτια στον ουρανόν, δια να ευχαριστήση τον Πατέρα, και
ευλόγησε τους άρτους. Επειτα τους έκοψε κομμάτια και έδιδε συνεχώς στους
μαθητάς, δια να παραθέσουν στον λαόν να φάγη.
|
|
17 καὶ ἔφαγον καὶ
ἐχορτάσθησαν πάντες, καὶ ἤρθη τὸ περισσεῦσαν αὐτοῖς κλασμάτων κόφινοι δώδεκα.
|
17 Και έφαγαν και εχόρτασαν όλοι και εσήκωσαν έπειτα,
από ο,τι τους είχε περισσεύσει, δώδεκα κοφίνια γεμάτα.
|
|
18 Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ
εἶναι αὐτὸν προσευχόμενον κατὰ μόνας, συνῆσαν αὐτῷ οἱ μαθηταί, καὶ ἐπηρώτησεν
αὐτοὺς λέγων· Τίνα με λέγουσιν οἱ ὄχλοι εἶναι;
|
18 Και ενώ προσηύχετο απομονωμένος από το πλήθος, ήσαν
μαζή του οι μαθηταί και τους ηρώτησε, λέγων· “ποίος λένε τα πλήθη ότι είμαι;”
|
|
19 οἱ δὲ ἀποκριθέντες
εἶπον· Ἰωάννην τὸν βαπτιστήν, ἄλλοι δὲ Ἠλίαν, ἄλλοι δὲ ὅτι προφήτης τις τῶν
ἀρχαίων ἀνέστη.
|
19 Εκείνοι δε αποκριθέντες είπαν· “λέγουν, ότι είσαι
Ιωάννης ο Βαπτιστής, άλλοι δε ότι είσαι ο Ηλίας, άλλοι δε ότι είσαι κάποιος
προφήτης από τους παλαιούς που αναστήθηκε”.
|
|
20 εἶπε δὲ αὐτοῖς·
Ὑμεῖς δὲ τίνα με λέγετε εἶναι; ἀποκριθεὶς δὲ Πέτρος εἶπε· Τὸν Χριστὸν τοῦ
Θεοῦ.
|
20 Είπε δε εις αυτούς· “σεις, ποιός λέτε ότι είμαι;”
Αποκριθείς δε ο Πετρος είπε· “ημείς λέμε, ότι είσαι ο Μεσσίας, τον οποίον ο
Θεός έχρισε και έστειλε σωτήρα του κόσμου”.
|
|
21 ὁ δὲ ἐπιτιμήσας
αὐτοῖς παρήγγειλε μηδενὶ λέγειν τοῦτο,
|
21 Αυτός δε τότε εντόνως και αυστηρώς τους παρήγγειλε,
να μη λέγουν τούτο εις κανένα.
|
|
22 εἰπὼν ὅτι Δεῖ τὸν
υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου πολλὰ παθεῖν καὶ ἀποδοκιμασθῆναι ἀπὸ τῶν πρεσβυτέρων καὶ
ἀρχιερέων καὶ γραμματέων, καὶ ἀποκτανθῆναι, καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἐγερθῆναι.
|
22 Επρόσθεσε δε ότι σύμφωνα με την βουλήν του Θεού
πρέπει αυτός, ο υιός του ανθρώπου, να πάθη πολλά και να αποδοκιμασθή από τους
πρεσβυτέρους και τους αρχιερείς και τους γραμματείς, και να θανατωθή και την
τρίτη ημέρα να αναστηθή.
|
|
23 Ἔλεγε δὲ πρὸς
πάντας· Εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἔρχεσθαι, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν
σταυρὸν αὐτοῦ καθ’ ἡμέραν, καὶ ἀκολουθείτω μοι.
|
23 Ελεγε δε εις όλους· “εάν κανείς θέλη να με ακολουθή
ως οπαδός μου, πρέπει να απαρνηθή τον αμαρτωλόν εαυτόν του, να πάρη την
απόφασιν, την οποίαν κάθε ημέραν θα ανανεώνη να υποστή δι' εμέ θλίψεις και
αυτόν ακόμη τον σταυρικόν θάνατον και ας με ακολουθή, ας σκέπτεται, ας ζη και
ας πράττη έχων εμέ ως υπόδειγμα.
|
|
24 ὃς γὰρ ἂν θέλῃ τὴν
ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι, ἀπολέσει αὐτήν· ὃς δ’ ἂν ἀπολέσῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἕνεκεν
ἐμοῦ, οὗτος σώσει αὐτήν.
|
24 Διότι, όποιος θέλει, αρνούμενος εμέ, να σώση την
πρόσκαιρον ζωήν του, θα χάση την αιωνίαν και μακαρίαν ζωήν πλησίον του Θεού.
Εκείνος δε που θα θυσιάση την ζωήν του προς χάριν εμού, θα σώση την ψυχήν του
εις την αιωνίαν ζωήν.
|
|
25 τί γὰρ ὠφελεῖται
ἄνθρωπος κερδήσας τὸν κόσμον ὅλον, ἑαυτὸν δὲ ἀπολέσας ἢ ζημιωθείς;
|
25 Διότι, τι ωφελείται ο άνθρωπος, εάν κερδήση όλον
τον κόσμον, χάση δε την ψυχήν του και ζημιωθή με την αιωνίαν καταδίκην και
κόλασιν;
|
|
26 ὃς γὰρ ἐὰν
ἐπαισχυνθῇ με καὶ τοὺς ἐμοὺς λόγους, τοῦτον ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου
ἐπαισχυνθήσεται ὅταν ἔλθῃ ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ καὶ τοῦ πατρὸς καὶ τῶν ἁγίων
ἀγγέλων.
|
26 Διότι, όποιος εντραπή εμέ και τους λόγους μου,
φοβούμενος εμπαιγμούς και περιφρονήσεις εκ μέρους των ανθρώπων, αυτόν θα
εντραπή και ο υιός του ανθρώπου να τον ονομάση ιδικόν του και θα τον
αποκυρύξη, όταν με όλην του την δόξαν και με την δόξαν του Πατρός και των
αγίων αγγέλων έλθη ως κριτής όλων.
|
|
27 λέγω δὲ ὑμῖν
ἀληθῶς, εἰσί τινες τῶν ὧδε ἑστηκότων, οἳ οὐ μὴ γεύσωνται θανάτου ἕως ἂν ἴδωσι
τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ.
|
27 Σας λέγω δε αληθινά και τούτο· υπάρχουν μερικοί από
αυτούς που στέκονται εδώ, οι οποίοι δεν θα δοκιμάσουν θάνατον, έως ότου ίδουν
να εγκαθιδρύεται στον κόσμον η βασιλείαν του Θεού”. (Να ιδρύεται η Εκκλησία
κατά την ημέραν της Πεντηκοστής δια της επιφοιτήσεως του Αγ. Πνεύματος με
δύναμιν πολλήν και να εξαπλώνεται εις όλον τον γνωστόν τότε κόσμον).
|
|
28 Ἐγένετο δὲ μετὰ
τοὺς λόγους τούτους ὡσεὶ ἡμέραι ὀκτὼ καὶ παραλαβὼν τὸν Πέτρον καὶ Ἰωάννην καὶ
Ἰάκωβον ἀνέβη εἰς τὸ ὄρος προσεύξασθαι.
|
28 Υστερα από τους λόγους αυτούς, έπειτα από οκτώ
περίπου ημέρας, παρέλαβε ο Ιησούς τον Πετρον και τον Ιωάννην και τον Ιάκωβον
και ανέβηκε εις ένα όρος δια να προσευχηθή.
|
|
29 καὶ ἐγένετο ἐν τῷ
προσεύχεσθαι αὐτὸν τὸ εἶδος τοῦ προσώπου αὐτοῦ ἕτερον καὶ ὁ ἱματισμὸς αὐτοῦ
λευκὸς ἐξαστράπτων.
|
29 Και ενώ προσηύχετο, έγινε η εξωτερική του μορφή του
προσώπου του διαφορετική και η ενδυμασία του ολόλευκη και απαστράπτουσα.
|
|
30 καὶ ἰδοὺ ἄνδρες δύο
συνελάλουν αὐτῷ, οἵτινες ἦσαν Μωϋσῆς καὶ Ἠλίας,
|
30 Και ιδού δύο άνδρες συνωμιλούσαν μαζή του. Και
αυτοί ήσαν ο Μωϋσής και ο Ηλίας,
|
|
31 οἳ ὀφθέντες ἐν δόξῃ
ἔλεγον τὴν ἔξοδον αὐτοῦ ἣν ἔμελλε πληροῦν ἐν Ἱερουσαλήμ.
|
31 οι οποίοι παρουσιάσθησαν με δόξαν και έλεγαν δια
την έξοδόν του, δια την αναχώρησίν του από τον κόσμον αυτόν, την οποίαν
σύμφωνα με τας προφητείας έμελλε να εκπληρώση εις την Ιερουσαλήμ.
|
|
32 ὁ δὲ Πέτρος καὶ οἱ
σὺν αὐτῷ ἦσαν βεβαρημένοι ὕπνῳ· διαγρηγορήσαντες δὲ εἶδον τὴν δόξαν αὐτοῦ καὶ
τοὺς δύο ἄνδρας τοὺς συνεστῶτας αὐτῷ.
|
32 Ο δε Πετρος και οι δύο άλλοι μαθηταί είχαν
καταληφθή από βαρύν ύπνον. Οταν όμως εξύπνησαν, είδαν την δόξαν του και τους
δύο άνδρας, που εστέκοντο μαζή του.
|
|
33 καὶ ἐγένετο ἐν τῷ
διαχωρίζεσθαι αὐτοὺς ἀπ’ αὐτοῦ εἶπεν ὁ Πέτρος πρὸς τὸν Ἰησοῦν· Ἐπιστάτα,
καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι· καὶ ποιήσωμεν σκηνὰς τρεῖς, μίαν σοὶ καὶ μίαν
Μωϋσεῖ καὶ μίαν Ἠλίᾳ, μὴ εἰδὼς ὃ λέγει.
|
33 Και συνέβη, όταν οι δύο άνδρες ετοιμαζάζοντο να
χωρισθούν από τον Ιησούν, είπεν ο Πετρος προς αυτόν· “διδάσκαλε, είναι καλά
να μένωμεν εδώ· ας κάμωμεν τρεις σκηνάς, μίαν δια σε, μίαν δια τον Μωϋσέα και
μίαν δια τον Ηλίαν”. Και τα έλεγεν αυτά, χωρίς να καταλαβαίνη καλά-καλά, τι
είναι αυτό που έλεγε.
|
|
34 ταῦτα δὲ αὐτοῦ
λέγοντος ἐγένετο νεφέλη καὶ ἐπεσκίασεν αὐτούς· ἐφοβήθησαν δὲ ἐν τῷ εἰσελθεῖν
ἐκείνους εἰς τὴν νεφέλην·
|
34 Ενώ δε ο Πετρος έλεγε αυτά, ήλθε ένα σύννεφο και
τους εκέπασε. Εφοβήθησαν δε ο Πετρος και οι δύο άλλοι μαθηταί, όταν ο Ιησούς
και οι δύο προφήται εισήλθον εις την παράδοξον εκείνην νεφέλην, η οποία ήτο
σημείον της παρουσίας του Θεού, όπως και άλλοτε στο όρος Σινά.
|
|
35 καὶ φωνὴ ἐγένετο ἐκ
τῆς νεφέλης λέγουσα· Οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός· αὐτοῦ ἀκούετε.
|
35 Και ηκούσθη φωνή από την νεφέλην, η οποία έλεγεν·
“αυτός είναι ο μονογενής Υιός μου, ο κατ'εξοχήν αγαπητός, που τον έστειλα
Σωτήρα του κόσμου. Αυτόν να ακούετε”.
|
|
36 καὶ ἐν τῷ γενέσθαι
τὴν φωνὴν εὑρέθη Ἰησοῦς μόνος. καὶ αὐτοὶ ἐσίγησαν καὶ οὐδενὶ ἀπήγγειλαν ἐν
ἐκείναις ταῖς ἡμέραις οὐδὲν ὧν ἑωράκασιν.
|
36 Και αφού έγινε αυτή η φωνή, ευρέθηκε ο Ιησούς
μόνος· και οι τρεις μαθηταί εκράτησαν σιγήν δια το γεγονός και εις κανέναν
κατά τας ημέρας εκείνας δεν ανεκοίνωσαν τίποτε από όσα είδαν.
|
|
37 Ἐγένετο δὲ ἐν τῇ
ἑξῆς ἡμέρᾳ κατελθόντων αὐτῶν ἀπὸ τοῦ ὄρους συνήντησεν αὐτῷ ὄχλος πολύς.
|
37 Κατά δε την επομένην ημέραν, όταν κατέβηκαν από το
όρος, συνήντησε τον Ιησούν πολύς λαός.
|
|
38 καὶ ἰδοὺ ἀνὴρ ἀπὸ
τοῦ ὄχλου ἀνεβόησε λέγων· Διδάσκαλε, δέομαί σου, ἐπιβλέψον ἐπὶ τὸν υἱόν μου,
ὅτι μονογενής μοί ἐστι·
|
38 Και ιδού, ένας άνθρωπος από το πλήθος εφώναξε και
είπε· “διδάσκαλε, θερμώς παρακαλώ, ρίξε ένα βλέμμα ευσπλαγχνίας στον υιόν
μου, διότι μου είναι μονογενής.
|
|
39 καὶ ἰδοὺ πνεῦμα
λαμβάνει αὐτόν, καὶ ἐξαίφνης κράζει, καὶ σπαράσσει αὐτὸν μετὰ ἀφροῦ καὶ μόγις
ἀποχωρεῖ ἀπ’ αὐτοῦ συντρῖβον αὐτόν·
|
39 Και ιδού τον κυριεύει από καιρού εις καιρόν πονηρόν
πνεύμα και έξαφνα κραυγάζει και τον συγκλονίζει με σπασμούς εις όλον το σώμα
και με αφρούς στο στόμα και με δυσκολίαν φεύγει από αυτόν, αφού προηγουμένως
τον συντρίψη.
|
|
40 καὶ ἐδεήθην τῶν
μαθητῶν σου ἵνα ἐκβάλωσιν αὐτό, καὶ οὐκ ἠδυνήθησαν.
|
40 Και παρεκάλεσα τους μαθητάς σου, να το διώξουν και
δεν ημπόρεσαν”.
|
|
41 ἀποκριθεὶς δὲ ὁ
Ἰησοῦς εἶπεν· Ὦ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη, ἕως πότε ἔσομαι πρὸς ὑμᾶς καὶ
ἀνέξομαι ὑμῶν; προσάγαγε τὸν υἱόν σου ὧδε.
|
41 Απεκρίθη δε ο Ιησούς και είπεν· “ω γενεά, που παρ'
όλα τα θαύματα τα οποία είδες, είσαι ακόμη άπιστος και από την κακκίαν σου
διεστραμμένη, έως πότε θα είμαι μαζή σας και θα σας ανέχωμαι; Φερε το παιδί
σου εδώ”.
|
|
42 ἔτι δὲ
προσερχομένου αὐτοῦ ἔρρηξεν αὐτὸν τὸ δαιμόνιον καὶ συνεσπάραξεν· ἐπετίμησε δὲ
ὁ Ἰησοῦς τῷ πνεύματι τῷ ἀκαθάρτῳ, καὶ ἰάσατο τὸν παῖδα καὶ ἀπέδωκεν αὐτὸν τῷ
πατρὶ αὐτοῦ.
|
42 Ενώ δε ο νέος προσήρχετο στον Ιησούν, τον επέταξεν
κάτω με ορμήν το δαιμόνιον και τον συνεκλόνισε με σπασμούς. Ο Ιησούς όμως
επέπληξε και έδιωξε το ακάθαρτον πνεύμα, εθεράπευσε το παιδί και το παρέδωσε
στον πατέρα του εντελώς υγιές.
|
|
43 ἐξεπλήσσοντο δὲ
πάντες ἐπὶ τῇ μεγαλειότητι τοῦ Θεοῦ. Πάντων δὲ θαυμαζόντων ἐπὶ πᾶσιν οἷς ἐποίησεν
ὁ Ἰησοῦς, εἶπε πρὸς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ·
|
43 Και κατελαμβάνοντο όλοι από μεγάλην έκπληξιν και
θαυμασμόν, δια την μεγαλειότητα του Θεού, όπως εφαίνετο με τα καταπληκτικά
αυτά θαύματα. Ενώ δε όλοι εθαύμαζαν με όλα όσα έκαμεν ο Ιησούς, είπε προς
τους μαθητάς του,
|
|
44 Θέσθε ὑμεῖς εἰς τὰ
ὦτα ὑμῶν τοὺς λόγους τούτους· ὁ γὰρ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου μέλλει παραδίδοσθαι εἰς
χεῖρας ἀνθρώπων.
|
44 “σεις μη επηρεάζεσθε από τον ψευδή αυτόν
ενθουσιασμόν και σχηματίζετε εσφαλμένην γνώμην δι' εμέ. Βαλετε εις τ' αυτιά σας
και προσέξτε πολύ τα λόγια αυτά, που θα σας πω· ότι ο υιός του ανθρώπου έντος
ολίγου παραδίδεται, σύμφωνα με την βουλήν του Θεού, εις χείρας ανθρώπων οι
οποίοι θα τον βασανίσουν και θα τον θανατώσουν”.
|
|
45 οἱ δὲ ἠγνόουν τὸ
ῥῆμα τοῦτο, καὶ ἦν παρακεκαλυμμένον ἀπ’ αὐτῶν ἵνα μὴ αἴσθωνται αὐτό, καὶ
ἐφοβοῦντο ἐρωτῆσαι αὐτὸν περὶ τοῦ ῥήματος τούτου.
|
45 Αυτοί δε δεν εκαταλάβαιναν το νόημα του λόγου
αυτού· και έμεινε κρυμμένος από αυτούς ο λόγος, ώστε να μην ημπορούν να τον
εννοήσουν και τον αισθανθούν. Επειδή δεν είχον λάβει ακόμη τον φωτισμόν του
Αγίου Πνεύματος. Λογω δε ευλαβείας και συστολής εφοβούντο να τον ερωτήσουν
δια το νόημα του λόγου τούτου.
|
|
46 Εἰσῆλθε δὲ
διαλογισμὸς ἐν αὐτοῖς, τὸ τίς ἂν εἴη μείζων αὐτῶν.
|
46 Εν τούτοις εισεχώρησεν εις αυτούς ένας κακός
διαλογισμός, ποίος από αυτούς θα ήτο μεγαλύτερος και επισημότερος εις την
βασιλείαν του Χριστού.
|
|
47 ὁ δὲ Ἰησοῦς εἰδὼς
τὸν διαλογισμὸν τῆς καρδίας αὐτῶν, ἐπιλαβόμενος παιδίον ἔστησεν αὐτὸ παρ’
ἑαυτῷ.
|
47 Ο δε Ιησούς με την θείαν αυτού παγγνωσίαν είδε
καθαρά τον εγωϊστικόν αυτόν διαλογισμόν της καρδίας των, επήρε ένα παιδί, το
έβαλε να σταθή όρθιον πλησίον του
|
|
48 καὶ εἶπεν αὐτοῖς·
Ὃς ἐὰν δέξηται τοῦτο τὸ παιδίον ἐπὶ τῷ ὀνόματί μου, ἐμὲ δέχεται, καὶ ὃς ἐὰν
ἐμὲ δέξηται, δέχεται τὸν ἀποστείλαντά με. ὁ γὰρ μικρότερος ἐν πᾶσιν ὑμῖν
ὑπάρχων, οὗτός ἐστι μέγας.
|
48 και είπε εις αυτούς· “όποιος θα δεχθή δια το όνομά
μου το παιδί τούτο η ένα από τους ταπεινούς και απλοϊκούς ανθρώπους που
μοιάζουν με αυτό το παιδί, δέχεται εμέ. Και οποίος θα δεχθή εμέ, δέχεται τον
Πατέρα, που με έστειλε στον κόσμον. Και φυσικά θα είναι ταπεινός και θα δείξη
αγάπην εκείνος που θα δεχθή ένα τέτοιον μικρόν, αλλά και θα δοξασθή δια
τούτο· διότι εκείνος που ταπεινώνεται και φέρεται ως μικρότερος μεταξύ όλων
σας, αυτός θα είναι μεγάλος εις την βασιλείαν των ουρανών”.
|
|
49 Ἀποκριθεὶς δὲ ὁ
Ἰωάννης εἶπεν· Ἐπιστάτα, εἴδομέν τινα ἐπὶ τῷ ὀνόματί σου ἐκβάλλοντα δαιμόνια,
καὶ ἐκωλύσαμεν αὐτὸν, ὅτι οὐκ ἀκολουθεῖ μεθ’ ἡμῶν.
|
49 Ελαβε δε τότε τον λόγον ο Ιωάννης και είπε·
“διδάσκαλε, είδαμε κάποιον να διώχνη δαιμόνια επικαλούμενος το όνομά σου και
τον εμποδίσαμε, επειδή δεν σε ακολουθεί μαζή με ημάς”.
|
|
50 καὶ εἶπεν πρὸς
αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς· Μὴ κωλύετε· οὐ γάρ ἔστι καθ’ ὑμῶν· ὃς γὰρ οὐκ ἔστι καθ’ ὑμῶν,
ὑπὲρ ὑμῶν ἐστιν.
|
50 Και είπε προς αυτόν ο Ιησούς· “μη τον εμποδίζετε·
διότι δεν είναι εναντίον σας, κάθε ένας που δεν είναι εναντίον σας, είναι
μαζή σας”.
|
|
51 Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ
συμπληροῦσθαι τὰς ἡμέρας τῆς ἀναλήψεως αὐτοῦ καὶ αὐτὸς ἐστήριξε τὸ πρόσωπον
αὐτοῦ τοῦ πορεύεσθαι εἰς Ἱερουσαλήμ,
|
51 Οταν δε επλησίαζε πλέον να συμπληρωθούν αι ημέραι,
έπειτα από τας οποίας θα εγίνετο η ανάληψίς του στους ουρανούς, αυτός έστρεψε
το πρόσωπόν του και προσήλωσε τα βλέμματά του με απόφασιν σταθεράν να πορευθή
εις Ιεροσόλυμα, όπου θα υφίστατο το φρικτό πάθος.
|
|
52 καὶ ἀπέστειλεν
ἀγγέλους πρὸ προσώπου αὐτοῦ. καὶ πορευθέντες εἰσῆλθον εἰς κώμην Σαμαρειτῶν,
ὡστε ἑτοιμάσαι αὐτῷ·
|
52 Και έστειλε αγγελιοφόρους προ αυτού εις τα διάφορα
χωρία και τας πόλεις· και αυτοί επορεύθησαν και επήγαν εις ένα χωριό των
Σαμαρειτών, δια να ετοιμάσουν εις αυτόν και τους μαθητάς του τόπον να
μείνουν.
|
|
53 καὶ οὐκ ἐδέξαντο
αὐτόν, ὅτι τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ἦν πορευόμενον εἰς Ἱερουσαλήμ.
|
53 Αλλά οι κάτοικοι δεν τον εδέχθησαν, διότι αυτός
επήγαινε εις την Ιερουσαλήμ, πόλιν εχθρικήν εις αυτούς.
|
|
54 ἰδόντες δὲ οἱ
μαθηταὶ αὐτοῦ Ἰάκωβος καὶ Ἰωάννης εἶπον· Κύριε, θέλεις εἴπωμεν πῦρ καταβῆναι
ἀπὸ οὐρανοῦ καὶ ἀναλῶσαι αὐτούς, ὡς καὶ Ἠλίας ἐποίησε;
|
54 Οταν δε οι μαθηταί του, Ιάκωβος και Ιωάννης, είδαν
τους απεσταλμένους να γυρίζουν διωγμένοι και επληροφορήθησαν το γεγονός,
είπαν με αγανάκτησιν· “Κυριε, θέλεις να πούμε να κατεβή φωτιά από τον ουρανόν
και να τους εξολοθρεύση, όπως έκαμε άλλοτε ο Ηλίας;”
|
|
55 στραφεὶς δὲ
ἐπετίμησεν αὐτοῖς καὶ εἶπεν· Οὐκ οἴδατε ποίου πνεύματός ἐστε ὑμεῖς·
|
55 Ο Ιησούς όμως εστράφη προς αυτούς, τους επέπληξε
και είπε· “δεν ξέρετε ακόμη ποίων διαθέσεων και ποίας πνευματικής καταστάσεως
είσθε εσείς. Δεν είσθε άνθρωποι του πνεύματος της οργής και της τιμωρίας, που
εκυριαρχούσε εις εποχήν της Παλαιάς Διαθήκης, αλλά του πνεύματος της αγάπης
και της συγνώμης, που σώζει.
|
|
56 ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου
οὐκ ἦλθε ψυχὰς ἀνθρώπων ἀπολέσαι, ἀλλὰ σῶσαι. καὶ ἐπορεύθησαν εἰς ἑτέραν
κώμην.
|
56 Διότι ο υιός του ανθρώπου δεν ήλθε να καταδικάση
ψυχάς εις απώλειαν, αλλά να τας σώση”. Και επήγαν τότε εις άλλο χωρίον.
|
|
57 Ἐγένετο δὲ
πορευομένων αὐτῶν ἐν τῇ ὁδῷ εἶπέ τις πρὸς αὐτόν· Ἀκολουθήσω σοι ὅπου ἐὰν
ἀπέρχῃ, Κύριε.
|
57 Καθώς δε εβάδιζαν στον δρόμον, είπε κάποιος προς
αυτόν· “Κυριε, θα σε ακολουθήσω, όπου και αν πηγαίνης”.
|
|
58 καὶ εἶπεν αὐτῷ ὁ
Ἰησοῦς· Αἱ ἀλώπεκες φωλεοὺς ἔχουσι καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατασκηνώσεις,
ὁ δὲ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἔχει ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ.
|
58 Και είπεν εις αυτόν ο Ιησούς· “οι αλώπεκες έχουν
τας φωλεάς των και τα πτηνά του ουρανού τις κούρνιες των, ο δε υιός του
ανθρώπου δεν έχει που να κλίνη την κεφαλήν, και κάθε ένας που με ακολουθεί θα
υποβληθή, όπως και εγώ, εις στερήσεις και θυσίας”.
|
|
59 εἶπε δὲ πρὸς
ἕτερον· Ἀκολούθει μοι. ὁ δὲ εἶπε· Κύριε, ἐπίτρεψόν μοι ἀπελθόντι πρῶτον θάψαι
τὸν πατέρα μου.
|
59 Είπε δε προς κάποιον άλλον· “έλα μαζή μου”. Εκείνος
δε είπε· “Κυριε, δος μου την άδεια να πάω πρώτον να θάψω τον πατέρα μου και
έπειτα να σε ακολουθήσω”.
|
|
60 εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ
Ἰησοῦς· Ἄφες τοὺς νεκροὺς θάψαι τοὺς ἑαυτῶν νεκρούς· σὺ δὲ ἀπελθὼν διάγγελλε
τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ.
|
60 Ο δε Ιησούς (διότι ήθελε να τον προφυλάξη από τας
συνήθεις κληρονομικάς διαφοράς που επακολουθούν τον θάνατον του πατρός) του
είπε· “άφησε τους πνευματικώς νεκρούς, τους ανθρώπους που δεν πιστεύουν εις
εμέ, να θάψουν τους νεκρούς των. Συ δε μαζή με τους άλλους μαθητάς μου,
πήγαινε και κήρυττε στους ανθρώπους την βασιλείαν του Θεού”.
|
|
61 Εἶπε δὲ καὶ ἕτερος·
Ἀκολουθήσω σοι, Κύριε· πρῶτον δὲ ἐπίτρεψόν μοι ἀποτάξασθαι τοῖς εἰς τὸν οἶκόν
μου.
|
61 Είπε δε και ένας άλλος· “Κυριε, θα σε ακολουθήσω,
αλλά δος μου την άδειαν να αποχαιρετήσω τους οικείους μου”.
|
|
62 εἶπε δὲ ὁ Ἰησοῦς
πρὸς αὐτόν· Οὐδεὶς ἐπιβαλὼν τὴν χεῖρα αὐτοῦ ἐπ’ ἄροτρον καὶ βλέπων εἰς τὰ
ὀπίσω εὔθετός ἐστιν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ.
|
62 Είπε δε προς αυτόν ο Ιησούς· “κανένας γεωργός, που
έχει βάλει το χέρι στο αλέτρι και βλέπει εις τα οπίσω, δεν ημπορεί να οργώση
το χωράφι. Ετσι και καθένας που αναλαμβάνει να εργασθή ως μαθητής και
απόστολός μου και γυρίζει πίσω προς τους ιδικούς του και τους ανθρώπους του
κόσμου, δεν είναι άξιος δια την βασιλείαν των ουρανών”.
|

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου