ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 (Β)
|
1 Ἐγένετο δὲ ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις ἐξῆλθε δόγμα
παρὰ Καίσαρος Αὐγούστου ἀπογράφεσθαι πᾶσαν τὴν οἰκουμένην.
|
1 Κατά τας ημέρας εκείνας, μετά την γέννησιν του
Ιωάννου, εξεδόθη ένα διάταγμα από τον Αύγουστον Καίσαρα, να γίνη απογραφή
όλων των κατοίκων του κόσμου, που ευρίσκετο υπό την κυριαρχίαν της Ρωμης.
|
|
2 αὕτη ἡ ἀπογραφὴ πρώτη ἐγένετο ἡγεμονεύοντος τῆς
Συρίας Κυρηνίου.
|
2 Αυτή η απογραφή ήτο η πρώτη που έγινεν, όταν ηγεμών
της Συρίας ήτο ο Κυρήνιος.
|
|
3 καὶ ἐπορεύοντο πάντες ἀπογράφεσθαι, ἕκαστος εἰς τὴν
ἰδίαν πόλιν.
|
3 Και επήγαιναν όλοι να απογραφούν, ο καθένας εις την
πόλιν από την οποίαν κατήγετο.
|
|
4 Ἀνέβη δὲ καὶ Ἰωσὴφ ἀπὸ τῆς Γαλιλαίας ἐκ πόλεως
Ναζαρὲτ εἰς τὴν Ἰουδαίαν εἰς πόλιν Δαυῒδ ἥτις καλεῖται Βηθλέεμ, διὰ τὸ εἶναι
αὐτὸν ἐξ οἴκου καὶ πατριᾶς Δαυῒδ,
|
4 Ανέβηκε δε και ο Ιωσήφ από την Ναζαρέτ της
Γαλιλαίας εις την Ιουδαίαν, εις την πόλιν τον Δαυΐδ, η οποία ωνομάζετο
Βηθλεέμ, επειδή κατήγετο από το γένος και την οικογένειαν του Δαυΐδ.
|
|
5 ἀπογράψασθαι σὺν Μαριὰμ τῇ ἐμνηστευμένῃ αὐτῷ
γυναικὶ, οὔσῃ ἐγκύῳ.
|
5 Επήγε δε να απογραφή μαζή με την Μαριάμ, την
μνηστευομένην με αυτόν γυναίκα, η οποία ήτο έγκυος.
|
|
6 ἐγένετο δὲ ἐν τῷ εἶναι αὐτοὺς ἐκεῖ ἐπλήσθησαν αἱ
ἡμέραι τοῦ τεκεῖν αὐτήν,
|
6 Συνέβη δε όταν αυτοί ήσαν εκεί, συνεπληρώθησαν αι
ημέραι, δια να γεννήση αυτή.
|
|
7 καὶ ἔτεκεν τὸν υἱὸν αὐτῆς τὸν πρωτότοκον· καὶ
ἐσπαργάνωσεν αὐτὸν καὶ ἀνέκλινεν αὐτὸν ἐν τῇ φάτνῃ, διότι οὐκ ἦν αὐτοῖς τόπος
ἐν τῷ καταλύματι.
|
7 Και εγέννησε τον πρώτον και μόνον υιόν της και τον
εσπαργάνωσε και τον έβαλεν εις φάτνην, διότι δεν υπήρχε δι' αυτούς τόπος στο
πανδοχείον να παραμείνουν (επειδή τούτο είχε καταληφθή ενωρίτερα από τους
Ιουδαίους, που κατήγοντο από την Βηθλεέμ και είχαν έλθει εκεί να απογραφούν.
Και έτσι από αυτήν ακόμη την νηπιακήν του ηλικίαν ο Κυριος δεν είχέ που να
κλίνη την κεφαλήν).
|
|
8 Καὶ ποιμένες ἦσαν ἐν τῇ χώρᾳ τῇ αὐτῇ ἀγραυλοῦντες
καὶ φυλάσσοντες φυλακὰς τῆς νυκτὸς ἐπὶ τὴν ποίμνην αὐτῶν.
|
8 Και ήσαν μερικοί ποιμένες εις την περιοχήν αυτήν,
που έμεναν στους αγρούς και με την σειράν των κατά το διάστημα της νυκτός
εφύλατταν άγρυπνοι το ποίμνιον των.
|
|
9 καὶ ἰδοὺ ἄγγελος Κυρίου ἐπέστη αὐτοῖς καὶ δόξα
Κυρίου περιέλαμψεν αὐτούς, καὶ ἐφοβήθησαν φόβον μέγαν.
|
9 Και ιδού ένας άγγελος Κυρίου παρουσιάσθη έξαφνα εις
αυτούς και φως ολόλαμπρον, θείον και υπερφυσικόν, τους περιεκύκλωσε και
εφοβήθησαν παρά πολύ δι' αυτά, που αντίκρυσαν.
|
|
10 καὶ εἶπεν αὐτοῖς ὁ
ἄγγελος· Μὴ φοβεῖσθε· ἰδοὺ γὰρ εὐαγγελίζομαι ὑμῖν χαρὰν μεγάλην ἥτις ἔσται
παντὶ τῷ λαῷ,
|
10 Και είπεν εις αυτούς ο άγγελος· “μη φοβείσθε, διότι
σας αναγγέλλω χαρμόσυνον είδησιν, χαράν μεγάλην, η οποία θα είναι χαρά δι'
όλον τον λαόν του Θεού.
|
|
11 ὅτι ἐτέχθη ὑμῖν
σήμερον σωτὴρ ὅς ἐστιν Χριστὸς Κύριος ἐν πόλει Δαυῒδ.
|
11 Σας αναγγέλω, ότι εγεννήθη σήμερον για σας Σωτήρ, ο
οποίος είναι ο Μεσσίας, ο Κυριος και Θεός. Και εγεννήθη εις την πόλιν του
Δαυίδ την Βηθλεέμ, σύμφωνα με τας προφητείας της Γραφής.
|
|
12 καὶ τοῦτο ὑμῖν τὸ
σημεῖον, εὑρήσετε βρέφος ἐσπαργανωμένον, κείμενον ἐν φάτνῃ.
|
12 Και αυτό θα είναι για σας σημείον, με το οποίον θα
αναγνωρίσετε τον γεννηθέντα Σωτήρα· θα βρήτε ένα βρέφος απλοϊκά
σπαργανωμένον, βαλμένο εις την φάτνην.
|
|
13 καὶ ἐξαίφνης
ἐγένετο σὺν τῷ ἀγγέλῳ πλῆθος στρατιᾶς οὐρανίου αἰνούντων τὸν Θεὸν καὶ
λεγόντων·
|
13 Και έξαφνα πλήθος στρατιάς αγγέλων από τον ουρανόν
ενώθηκε με τον άγγελον και όλοι μαζή εδοξολογούσαν τον Θεόν και έλεγαν·
|
|
14 Δόξα ἐν ὑψίστοις
Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία.
|
14 “Δοξα ας είναι στον Θεόν στους ουρανούς και εις
ολόκληρον την γην ειρήνη, θεία εύνοια και ευλογία στους ανθρώπους”.
|
|
15 Καὶ ἐγένετο ὡς
ἀπῆλθον ἀπ’ αὐτῶν εἰς τὸν οὐρανὸν οἱ ἄγγελοι, καὶ οἱ ἄνθρωποι οἱ ποιμένες
εἶπον πρὸς ἀλλήλους· Διέλθωμεν δὴ ἕως Βηθλέεμ καὶ ἴδωμεν τὸ ῥῆμα τοῦτο τὸ
γεγονὸς ὃ ὁ Κύριος ἐγνώρισεν ἡμῖν.
|
15 Οταν δε οι άγγελοι έφυγαν από αυτούς στον ουρανόν,
τότε οι ποιμένες είπαν μεταξύ των· “ας περάσωμεν λοιπόν έως εις την Βηθλεέμ,
δια να ίδωμεν αυτό που έγινε και το οποίον μας εγνωστοποίησε δια του αγγέλου
ο Κυριος”.
|
|
16 καὶ ἦλθον
σπεύσαντες καὶ ἀνεῦρον τήν τε Μαριὰμ καὶ τὸν Ἰωσὴφ καὶ τὸ βρέφος κείμενον ἐν
τῇ φάτνῃ.
|
16 Και ήλθαν όσον ημπορούσαν γρηγορώτερα και αφού έψαξαν
ευρήκαν και την Μαρίαν και τον Ιωσήφ και το βρέφος τοποθετημένο εις την
φάτνην.
|
|
17 ἰδόντες δὲ
διεγνώρισαν περὶ τοῦ ῥήματος τοῦ λαληθέντος αὐτοῖς περὶ τοῦ παιδίου τούτου·
|
17 Οταν δε είδον αυτά, εγνωστοποίησαν τότε με
λεπτομέρειαν όλα όσα είχεν είπει εις αυτούς ο άγγελος δια το παιδίον αυτό.
(Οι απλοϊκοί και πιστοί ποιμένες, ως εάν ήσαν πνευματικοί ποιμένες και
απόστολοι, ηξιώθησαν να γίνουν μεταξύ των ανθρώπων οι πρώτοι κήρυκες του
Χριστού).
|
|
18 καὶ πάντες οἱ
ἀκούσαντες ἐθαύμασαν περὶ τῶν λαληθέντων ὑπὸ τῶν ποιμένων πρὸς αὐτούς.
|
18 Και όλοι όσοι ήκουσαν, εθαύμασαν δι' όσα τους είχον
είπει οι ποιμένες.
|
|
19 ἡ δὲ Μαριὰμ πάντα
συνετήρει τὰ ῥήματα ταῦτα συμβάλλουσα ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῆς.
|
19 Η δε Μαριάμ έβαλεν εις την καρδίαν της και
εκρατούσε εις την μνήμην της όλους αυτούς τους λόγους και τους συνέκρινε με
εκείνα, τα οποία κατά την ώρα του ευαγγελισμού της είχεν είπει ο άγγελος.
|
|
20 καὶ ὑπέστρεψαν οἱ
ποιμένες δοξάζοντες καὶ αἰνοῦντες τὸν Θεὸν ἐπὶ πᾶσιν οἷς ἤκουσαν καὶ εἶδον
καθὼς ἐλαλήθη πρὸς αὐτούς.
|
20 Και επέστρεψαν οι ποιμένες στο ποίμνιόν των,
δοξάζοντες και υμνούντες τον Θεόν δι' όλα όσα ήκουσαν και είδαν και τα οποία
ήσαν ακριβώς όπως τους τα είπε ο άγγελος.
|
|
21 Καὶ ὅτε ἐπλήσθησαν
ἡμέραι ὀκτὼ τοῦ περιτεμεῖν τό παιδίον, καὶ ἐκλήθη τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦς, τὸ
κληθὲν ὑπὸ τοῦ ἀγγέλου πρὸ τοῦ συλληφθῆναι αὐτὸν ἐν τῇ κοιλίᾳ.
|
21 Και όταν συνεπληρώθησαν οκτώ ημέραι, δια να γίνη η
περιτομή του παιδίου, έκαμαν την περιτομήν και εδόθη στο παιδίον το όνομα
Ιησούς, όπως είχεν είπει ο άγγελος πριν ακόμη συλληφθή αυτό εις την κοιλίαν
της μητέρας του.
|
|
22 Καὶ ὅτε ἐπλήσθησαν
αἱ ἡμέραι τοῦ καθαρισμοῦ αὐτῶν κατὰ τὸν νόμον Μωϋσέως, ἀνήγαγον αὐτὸν εἰς
Ἱεροσόλυμα παραστῆσαι τῷ Κυρίῳ,
|
22 Και όταν, σύμφωνα με τον νόμον του Μωϋσέως,
συνεπληρώθησαν αι ημέραι του καθαρισμού της μητέρας του παιδίου και του
μνηστήρος της, ανέβασαν αυτό εις τα Ιεροσόλυμα, δια να το παρουσιάσουν και το
αφιερώσουν στον Κυριον.
|
|
23 καθὼς γέγραπται ἐν
νόμῳ Κυρίου ὅτι πᾶν ἄρσεν διανοῖγον μήτραν ἅγιον τῷ Κυρίῳ κληθήσεται,
|
23 Αυτό δε έγινε σύμφωνα με το γραμμένον στον νόμον
του Κυρίου, ότι κάθε πρωτότοκον αρσενικόν, που διανοίγει την μήτραν της
μητέρας του, θα θεωρηθή αφιερωμένον στον Κυριον.
|
|
24 καὶ τοῦ δοῦναι
θυσίαν κατὰ τὸ εἰρημένον ἐν τῷ νόμῳ Κυρίου, ζεῦγος τρυγόνων ἢ δύο νεοσσοὺς
περιστερῶν.
|
24 Ανέβησαν ακόμη στον ναόν να προσφέρουν την θυσίαν
δια τον καθαρισμόν των, όπως ήτο πάλιν γραμμένον στον νόμον Κυρίου, δηλαδή
ένα ζεύγος τρυγόνες η δύο μικρά περιστέρια, σαν πτωχοί που ήσαν.
|
|
25 Καὶ ἰδοὺ ἦν
ἄνθρωπος ἐν Ἰερουσολύμοις ᾧ ὄνομα Συμεών, καὶ ὁ ἄνθρωπος οὗτος δίκαιος καὶ
εὐλαβής, προσδεχόμενος παράκλησιν τοῦ Ἰσραήλ, καὶ Πνεῦμα ἦν ἅγιον ἐπ’ αὐτόν·
|
25 Και ιδού εζούσε εις την Ιερουσαλήμ ένας άνθρωπος,
ονόματι Συμεών. Και ο άνθρωπος αυτός ήτο δίκαιος και ευλαβής και επερίμενε να
έλθη λύτρωσις και παρηγορία στον λαόν του Ισραήλ με την έλευσιν του Χριστού,
όπως είχαν προείπει αι Γραφαί, και Πνεύμα Αγιον ήτο εις αυτόν·
|
|
26 καὶ ἦν αὐτῷ κεχρηματισμένον
ὑπὸ τοῦ Πνεύματος τοῦ ἁγίου μὴ ἰδεῖν θάνατον πρὶν ἢ ἴδῃ τὸν Χριστὸν Κυρίου.
|
26 και του είχεν αποκαλυφθή από το Αγιον Πνεύμα ότι
δεν θα απέθνησκεν, πριν ίδη εκείνον, τον οποίον ο Θεός θα έχριε Σωτήρα και
βασιλέα του κόσμου.
|
|
27 καὶ ἦλθεν ἐν τῷ
Πνεύματι εἰς τὸ ἱερόν· καὶ ἐν τῷ εἰσαγαγεῖν τοὺς γονεῖς τὸ παιδίον Ἰησοῦν τοῦ
ποιῆσαι αὐτοὺς κατὰ τὸ εἰθισμένον τοῦ νόμου περὶ αὐτοῦ
|
27 Και κατά παρακίνησιν του Αγίου Πνεύματος ήλθεν στον
ναόν. Και όταν οι γονείς έφεραν το παιδίον Ιησούν στον ναόν να κάμουν δι'
αυτό ο,τι ώριζεν ο νόμος δια τα πρωτότοκα,
|
|
28 καὶ αὐτὸς ἐδέξατο
αὐτὸν εἰς τὰς ἀγκάλας αὐτοῦ καὶ εὐλόγησε τὸν Θεὸν καὶ εἶπε·
|
28 τότε και αυτός ο Συμεών εδέχθη εις τας αγκάλας του
το παιδίον, εδοξολόγησε τον Θεόν και είπε·
|
|
29 Νῦν ἀπολύεις τὸν
δοῦλόν σου, δέσποτα, κατὰ τὸ ῥῆμά σου ἐν εἰρήνῃ,
|
29 “τώρα πλέον με απολύεις εμέ τον δούλον σου να φύγω
από τον κόσμον αυτόν, Δεσπότα, ειρηνικός και χαρούμενος, σύμφωνα με τον λόγον
που μου είπες,
|
|
30 ὅτι εἶδον οἱ
ὀφθαλμοί μου τὸ σωτήριόν σου,
|
30 διότι είδαν τα μάτια μου τον Χριστόν, ο οποίος θα
φέρη την σωτηρίαν,
|
|
31 ὃ ἡτοίμασας κατὰ
πρόσωπον πάντων τῶν λαῶν.
|
31 την οποίαν συ έχεις ετοιμάσει, δια να την ίδουν
όλοι οι λαοί της γης.
|
|
32 φῶς εἰς ἀποκάλυψιν
ἐθνῶν καὶ δόξαν λαοῦ σου Ἰσραήλ.
|
32 Φως πνευματικόν, που θα φανερώση εις τα έθνη τον
αληθινόν Θεόν και την δόξαν του λαού σου Ισραήλ, αφού από αυτόν τον λαόν κατά
το ανθρώπινον προέρχεται ο Χριστός”.
|
|
33 καὶ ἦν Ἰωσὴφ καὶ ἡ
μήτηρ αὐτοῦ θαυμάζοντες ἐπὶ τοῖς λαλουμένοις περὶ αὐτοῦ.
|
33 Και ο Ιωσήφ και η μητέρα του παιδίου συνεχώς
εθαύμαζαν δι' όσα ελέγοντο περί του παιδίου.
|
|
34 καὶ εὐλόγησεν
αὐτοὺς Συμεὼν καὶ εἶπεν πρὸς Μαριὰμ τὴν μητέρα αὐτοῦ· Ἰδοὺ οὗτος κεῖται εἰς
πτῶσιν καὶ ἀνάστασιν πολλῶν ἐν τῷ Ἰσραὴλ καὶ εἰς σημεῖον ἀντιλεγόμενον.
|
34 Και ευλόγησεν αυτούς ο Συμεών και είπε προς την
Μαρίαν την μητέρα του παιδίου· “ιδού αυτός θα γίνη αιτία να πέσουν και να
αναστηθούν πολλοί στον Ισραήλ, (θα πέσουν εκείνοι που δεν θα πιστεύσουν, θα
αναστηθούν και θα λυτρωθούν εκείνοι που θα πιστεύσουν). Και θα γίνη αυτός
σημείον αντιλογίας μεταξύ των ανθρώπων.
|
|
35 καὶ σοῦ δὲ αὐτῆς
τὴν ψυχὴν διελεύσεται ῥομφαία, ὅπως ἂν ἀποκαλυφθῶσιν ἐκ πολλῶν καρδιῶν
διαλογισμοί.
|
35 Και την ιδικήν σου μητρικήν καρδίαν θα διαπεράση η
ρομφαία του πόνου, όταν ίδης τον υιόν σου να πάσχη δια την σωτηρίαν των
ανθρώπων. Ολα δε αυτά θα γίνουν, δια να φανερωθούν οι μυστικοί διαλογισμοί
και απόκρυφοι πόθοι πολλών καρδιών”.
|
|
36 Καὶ ἦν Ἅννα προφῆτις,
θυγάτηρ Φανουήλ, ἐκ φυλῆς Ἀσήρ· αὕτη προβεβηκυῖα ἐν ἡμέραις πολλαῖς, ζήσασα
μετὰ ἀνδρὸς ἔτη ἑπτὰ ἀπὸ τῆς παρθενίας αὐτῆς,
|
36 Υπήρχε δε εις τα Ιεροσόλυμα και κάποια προφήτις,
ονόματι Αννα, θυγάτηρ του Φανουήλ, από την φυλήν Ασήρ· αυτή ήτο πολύ προχωρημένη
εις την ηλικίαν της και είχε ζήσει επτά έτη μετά του ανδρός της, από την
ημέρα που ως παρθένος είχεν υπανδρευθή αυτόν.
|
|
37 καὶ αὐτὴ χήρα ἕως
ἐτῶν ὀγδοήκοντα τεσσάρων, ἣ οὐκ ἀφίστατο ἀπὸ τοῦ ἱεροῦ νηστείαις καὶ δεήσεσι
λατρεύουσα νύκτα καὶ ἡμέραν·
|
37 Και αυτή ήτο χήρα, ογδοήκοντα τεσσάρων περίπου
ετών, η οποία δεν απεμακρύνετο από τον Ιερόν περίβολον του ναού, λατρεύουσα
νύκτα και ημέραν τον Θεόν με νηστείας και προσευχάς.
|
|
38 καὶ αὕτη αὐτῇ τῇ
ὥρᾳ ἐπιστᾶσα ἀνθωμολογεῖτο τῷ Κυρίῳ καὶ ἐλάλει περὶ αὐτοῦ πᾶσι τοῖς
προσδεχομένοις λύτρωσιν ἐν Ἱερουσαλήμ.
|
38 Και αυτή εκείνη την ώραν, αφού είδε το παιδίον,
εδοξολογούσε τον Κυριον και έλεγε περί αυτού εις όλους τους κατοίκους της
Ιερουσαλήμ, που επερίμεναν την λύτρωσίν των από τα δεινά και την καταδίκην
της αμαρτίας.
|
|
39 Καὶ ὡς ἐτέλεσαν
πάντα τὰ κατὰ τὸν νόμον Κυρίου, ὑπέστρεψαν εἰς τὴν Γαλιλαίαν εἰς πόλιν ἑαυτῶν
Ναζαρέτ.
|
39 Και αμέσως, όταν ο Ιωσήφ και η Μαρία εξετέλεσαν όλα
όσα ο νόμος του Κυρίου ώριζε, επέστρεψαν εις την Γαλιλαίαν, εις την πατρίδα
των την Ναζαρέτ.
|
|
40 Τὸ δὲ παιδίον
ηὔξανε καὶ ἐκραταιοῦτο πνεύματι πληρούμενον σοφίας, καὶ χάρις Θεοῦ ἦν ἐπ’
αὐτό.
|
40 Το δε παιδίον ηύξανε κατά το σώμα και ισχυροποιείτο
πολύ κατά το πνεύμα και επληρούτο από σοφίαν, την οποίαν εις αυτό μετέδιδεν,
καθόσον επροχωρούσε η ηλικία του, η ενωμένη με αυτό θεία του φύσις. Και χάρις
Θεού ήτο εις αυτό, η οποία το επροφύλασσε αμόλυντο από κάθε αμαρτίαν, το
καθωδηγούσε δε και το ενίσχυε προς κάθε αρετήν.
|
|
41 Καὶ ἐπορεύοντο οἱ
γονεῖς αὐτοῦ κατ’ ἔτος εἰς Ἱερουσαλὴμ τῇ ἑορτῇ τοῦ πάσχα.
|
41 Και επήγαιναν οι γονείς του κάθε έτος εις την
Ιερουσαλήμ, δια την εορτήν του πάσχα.
|
|
42 καὶ ὅτε ἐγένετο
ἐτῶν δώδεκα, ἀναβάντων αὐτῶν εἰς Ἱεροσόλυμα κατὰ τὸ ἔθος τῆς ἑορτῆς
|
42 Και όταν το παιδίον έγινε δώδεκα ετών, ανέβησαν
μαζή με αυτό εις τα Ιεροσόλυμα, σύμφωνα με την συνήθειαν που είχε καθιερώσει
ο νόμος δια την εορτήν.
|
|
43 καὶ τελειωσάντων
τὰς ἡμέρας, ἐν τῷ ὑποστρέφειν αὐτοὺς ὑπέμεινεν Ἰησοῦς ὁ παῖς ἐν Ἱερουσαλήμ,
καὶ οὐκ ἔγνω Ἰωσὴφ καὶ ἡ μήτηρ αὐτοῦ.
|
43 Οταν δε ετελείωσαν αι ημέραι της εκεί παραμονής
των, καθώς εγύριζαν προς την Ναζαρέτ, απέμεινε το παιδίον Ιησούς εις την
Ιερουσαλήμ και δεν αντελήφθησαν τούτο ο Ιωσήφ και η μητέρα αυτού.
|
|
44 νομίσαντες δὲ αὐτὸν
ἐν τῇ συνοδίᾳ εἶναι ἦλθον ἡμέρας ὁδὸν καὶ ἀνεζήτουν αὐτὸν ἐν τοῖς συγγενέσι
καὶ τοῖς γνωστοῖς·
|
44 Επειδή δε ενόμισαν ότι ήτο εις την συνοδείαν των
προσκυνητών, επροχώρησαν μιας ημέρας δρόμον μεταξύ των συγγενών και των
γνωστών.
|
|
45 καὶ μὴ εὑρόντες
αὐτόν ὑπέστρεψαν εἰς Ἱερουσαλὴμ ζητοῦντες αὐτόν.
|
45 Επειδή δε τον ευρήκαν, επέστρεψαν εις την
Ιερουσαλήμ, αναζητούντες αυτόν καθ' οδόν, μήπως ήτο μεταξύ των ερχομένων
προσκυνητών.
|
|
46 καὶ ἐγένετο μεθ’
ἡμέρας τρεῖς εὗρον αὐτὸν ἐν τῷ ἱερῷ καθεζόμενον ἐν μέσῳ τῶν διδασκάλων καὶ
ἀκούοντα αὐτῶν καὶ ἐπερωτῶντα αὐτούς·
|
46 Και όταν επέστρεψαν εις την Ιερουσαλήμ, ευρήκαν
αυτόν έπειτα από τρεις ημέρας να κάθεται εις την αυλήν του ναού, εν μέσω των
διδασκάλων, να τους ακούη και να τους ερωτά δια σπουδαία και υψηλά ζητήματα,
ασυνήθη δια την παιδικήν του ηλικίαν.
|
|
47 ἐξίσταντο δὲ πάντες
οἱ ἀκούοντες αὐτοῦ ἐπὶ τῇ συνέσει καὶ ταῖς ἀποκρίσεσιν αὐτοῦ.
|
47 Και όλοι όσοι τον ήκουαν, εθαύμαζαν δια την
μοναδικήν νοημοσύνην και τας απαντήσστου.
|
|
48 καὶ ἰδόντες αὐτὸν
ἐξεπλάγησαν, καὶ πρὸς αὐτὸν ἡ μήτηρ αὐτοῦ εἶπε· Τέκνον, τί ἐποίησας ἡμῖν
οὕτως; ἰδοὺ ὁ πατήρ σου κἀγὼ ὀδυνώμενοι ἐζητοῦμέν σε.
|
48 Και όταν ο Ιωσήφ και η Μαρία τον είδαν,
κατελήφθησαν από έκπληξιν και η μητέρα του είπε προς αυτόν· “παιδί μου,τι
είναι αυτό που μας έκαμες και έμεινες οπίσω; Ιδού ο πατέρας σου και εγώ με
πόνον και μεγάλην ανησυχίαν σε αναζητούσαμε”.
|
|
49 καὶ εἶπεν πρὸς
αὐτούς· Τί ὅτι ἐζητεῖτέ με; οὐκ ᾔδειτε ὅτι ἐν τοῖς τοῦ πατρός μου δεῖ εἶναί
με;
|
49 Και είπε προς αυτούς· “διατί με εζητούσατε; Δεν
εγνωρίζατε ότι στον οίκον του Πατρός μου πρέπει να είμαι;” (Υπενθύμισε εις
αυτούς ότι πατήρ του δεν ήτο ο Ιωσήφ, αλλ' ο Θεός, του οποίου ο ναός ήτο ο
οίκος του).
|
|
50 καὶ αὐτοὶ οὐ
συνῆκαν τὸ ῥῆμα ὃ ἐλάλησεν αὐτοῖς.
|
50 Και αυτοί δεν ενόησαν τον λόγον, που τους είπε,
διότι δεν ημπορούσαν να εισχωρήσουν στο μέγα μυστήριον της ενανθρωπήσεως του
Υιού του Θεού.
|
|
51 καὶ κατέβη μετ’
αὐτῶν καὶ ἦλθεν εἰς Ναζαρέτ, καὶ ἦν ὑποτασσόμενος αὐτοῖς. καὶ ἡ μήτηρ αὐτοῦ
διετήρει πάντα τὰ ῥήματα ταῦτα ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῆς.
|
51 Και ο Ιησούς κατέβηκε μαζή των από τα Ιεροσόλυμα
εις την Ναζαρέτ και υπήκουεν εις αυτούς κατά πάντα. Και η μητέρα του
διατηρούσε όλα τα λόγια και τα συμβάντα αυτά εις την καρδίαν της και εις την
μνήμην της.
|
|
52 Καὶ Ἰησοῦς
προέκοπτε σοφίᾳ καὶ ἡλικίᾳ καὶ χάριτι παρὰ Θεῷ καὶ ἀνθρώποις.
|
52 Και ο Ιησούς προώδευε συνεχώς κατά την σοφίαν και
κατά την αύξησιν του σώματος και κατά την χάριν, που ελάμβανε ολονέν και
πλουσιωτέραν από τον Θεόν και κατά την εκτίμησιν και τον θαυμασμόν, που
απελάμβανε εκ μέρους των ανθρώπων δια τα πολλά και θεία χαρτίσματά του.
|

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου