ΚΕΦΑΛΑΙΟ 19 (ΙΘ)
|
1 Καὶ εἰσελθὼν
διήρχετο τὴν Ἰεριχώ·
|
1 Και αφού εισήλθε εις την Ιεριχώ, διέβαινε την
πόλιν.
|
|
2 καὶ ἰδοὺ ἀνὴρ
ὀνόματι καλούμενος Ζακχαῖος, καὶ αὐτὸς ἦν ἀρχιτελώνης, καὶ οὗτος ἦν πλούσιος,
|
2 Και ιδού υπήρχεν εκεί ένας άνθρωπος, ονόματι
Ζακχαίος, και αυτός ήτο αρχιτελώνης και πολύ πλούσιος.
|
|
3 καὶ ἐζήτει ἰδεῖν
τὸν Ἰησοῦν τίς ἐστι, καὶ οὐκ ἠδύνατο ἀπὸ τοῦ ὄχλου, ὅτι τῇ ἡλικίᾳ μικρὸς ἦν.
|
3 Και εζητούσε να ιδή τον Ιησούν, ποίος είναι, και
δεν ημπορούσε ένεκα του πολλού πλήθους, διότι αυτός ήτο μικρός κατά το
ανάστημα.
|
|
4 καὶ προδραμὼν
ἔμπροσθεν ἀνέβη ἐπὶ συκομορέαν, ἵνα ἴδῃ αὐτόν, ὅτι δι’ ἐκείνης ἤμελλε
διέρχεσθαι.
|
4 Και αφού έτρεξε εμπρός, ανέβηκε εις μία συκομορέαν,
χωρίς να λογαριάση την θέσιν και την ηλικίαν του, δια να ίδη τον Ιησούν,
διότι από τον δρόμον εκείνον θα επερνούσε.
|
|
5 καὶ ὡς ἦλθεν ἐπὶ
τὸν τόπον, ἀναβλέψας ὁ Ἰησοῦς εἶδεν αὐτόν καὶ εἶπεν πρὸς αὐτόν· Ζακχαῖε,
σπεύσας κατάβηθι· σήμερον γὰρ ἐν τῷ οἴκῳ σου δεῖ με μεῖναι.
|
5 Και ο Κυριος αμέσως μόλις έφθασε στον τόπον της
συκομορέας, ύψωσε τα μάτια του, τον είδε και είπε προς αυτόν· “Ζακχαίε,
κατέβα γρήγορα, διότι σήμερα πρέπει να μείνω στο σπίτι σου”.
|
|
6 καὶ σπεύσας κατέβη,
καὶ ὑπεδέξατο αὐτὸν χαίρων.
|
6 Και ο Ζακχαίος κατέβηκε γρήγορα και τον υπεδέχθη με
μεγάλην χαράν.
|
|
7 καὶ ἰδόντες πάντες
διεγόγγυζον λέγοντες ὅτι παρὰ ἁμαρτωλῷ ἀνδρὶ εἰσῆλθε καταλῦσαι.
|
7 Και όταν είδαν το γεγονός αυτό, εγόγγυζαν όλοι
μεταξύ των και με αγανάκτησιν έλεγαν, ότι εμπήκε να καταλύση στο σπίτι
αμαρτωλού ανθρώπου.
|
|
8 σταθεὶς δὲ Ζακχαῖος
εἶπε πρὸς τὸν Κύριον· Ἰδοὺ τὰ ἡμίση τῶν ὑπαρχόντων μου, Κύριε, δίδωμι τοῖς
πτωχοῖς, καὶ εἴ τινός τι ἐσυκοφάντησα, ἀποδίδωμι τετραπλοῦν.
|
8 Εστάθη δε ο Ζακχαίος εμπρός στον Κυριον και του
είπε· “Κυριε, ιδού, τα μισά από τα υπάρχοντά μου τα δίδω στους πτωχούς. Και
αν τυχόν, σαν τελώνης που είμαι, αδίκησα με ψευδείς μαρτυρίας κάποιον και
εισέπραξα περισσότερα, του τα επιστρέφω τετραπλάσια”.
|
|
9 εἶπε δὲ πρὸς αὐτὸν
ὁ Ἰησοῦς ὅτι σήμερον σωτηρία τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐγένετο, καθότι καὶ αὐτὸς υἱὸς Ἀβραάμ
ἐστιν·
|
9 Ο Ιησούς ιδών την ειλικρινή μετάνοιαν του Ζακχαίου
είπε προς αυτόν ότι “σήμερον στο σπίτι τούτο ήλθε σωτηρία εκ μέρους του Θεού,
διότι και αυτός ο αρχιτελώνης είναι απόγονος του Αβραάμ, ο οποίος είχε λάβει
από τον Θεόν υποσχέσεις δια την σωτηρίαν των απογόνων του.
|
|
10 ἦλθε γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ
ἀνθρώπου ζητῆσαι καὶ σῶσαι τὸ ἀπολωλός.
|
10 Διότι ο υιός του ανθρώπου ήλθε να αναζητήση και
σώση τον αμαρτωλόν άνθρωπον, που ομοιάζει με το χαμένο πρόβατο”.
|
|
11 Ἀκουόντων δὲ αὐτῶν
ταῦτα προσθεὶς εἶπε παραβολὴν, διὰ τὸ ἐγγὺς αὐτὸν εἶναι Ἱερουσαλὴμ καὶ δοκεῖν
αὐτοὺς ὅτι παραχρῆμα μέλλει ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἀναφαίνεσθαι·
|
11 Ενώ δε εκείνοι ήκουαν αυτά τα λόγια, τους είπε μίαν
παραβολήν· και τούτο επειδή ενόμιζαν ότι τώρα που πλησιάζει ο διδάσκαλος εις
την Ιερουσαλήμ, θα φανερωθή με όλην της την δόξαν η βασιλεία του Θεού.
|
|
12 εἶπεν οὖν· Ἄνθρωπός
τις εὐγενὴς ἐπορεύθη εἰς χώραν μακρὰν λαβεῖν ἑαυτῷ βασιλείαν καὶ ὑποστρέψαι.
|
12 Είπε λοιπόν· “ένας άνθρωπος ευγενούς καταγωγής,
επήγεν εις μακρυνήν χώραν, δια να πάρη βασιλείαν και κατόπιν να επιστρέψη.
|
|
13 καλέσας δὲ δέκα
δούλους ἑαυτοῦ ἔδωκεν αὐτοῖς δέκα μνᾶς καὶ εἶπε πρὸς αὐτούς· πραγματεύσασθε
ἐν ᾧ ἔρχομαι.
|
13 Αφού δε εκάλεσε δέκα δούλους του, τους έδωσε δέκα
μνας, μίαν στον καθένα, δηλαδή εκατό περίπου δραχμάς της εποχής εκείνης, και
τους είπε· Εμπορευθήτε με τα χρήματα αυτά, έως ότου έλθω, οπότε και θα μου
δώσετε λογαριασμόν.
|
|
14 οἱ δὲ πολῖται αὐτοῦ
ἐμίσουν αὐτόν, καὶ ἀπέστειλαν πρεσβείαν ὀπίσω αὐτοῦ λέγοντες· οὐ θέλομεν
τοῦτον βασιλεῦσαι ἐφ’ ἡμᾶς.
|
14 Οι συμπολίται του όμως τον εμισούσαν και αμέσως
μόλις αυτός ανεχώρησε, έστειλαν μίαν επιτρπήν και έλεγαν· Δεν θέλομεν να γίνη
αυτός βασιλεύς μας.
|
|
15 καὶ ἐγένετο ἐν τῷ
ἐπανελθεῖν αὐτὸν λαβόντα τὴν βασιλείαν, καὶ εἶπε φωνηθῆναι αὐτῷ τοὺς δούλους
τούτους οἷς ἔδωκε τὸ ἀργύριον, ἵνα ἐπιγνῷ τίς τί διεπραγματεύσατο.
|
15 Και όταν αυτός επέστρεψε, αφού πλέον είχε λάβει την
βασιλείαν, είπε να φωνάξουν τους δούλους του, στους οποίους είχε δώσει τα
χρήματα δια να μάθη τι ο καθένας των εμπορεύθηκε και τι εκέρδησε.
|
|
16 παρεγένετο δὲ ὁ
πρῶτος λέγων· κύριε, ἡ μνᾶ σου προσειργάσατο δέκα μνᾶς.
|
16 Ηρθε ο πρώτος και είπε· Κυριε, η μνα σου εκέρδησε
δέκα άλλας μνας.
|
|
17 καὶ εἶπεν αὐτῷ· εὖ,
ἀγαθὲ δοῦλε! ὅτι ἐν ἐλαχίστῳ πιστὸς ἐγένου, ἴσθι ἐξουσίαν ἔχων ἐπάνω δέκα
πόλεων.
|
17 Και είπεν εις αυτόν ο Κυριος· Εύγε καλέ και πιστέ
δούλε. Επειδή δε εδείχθης εις τα ολίγα, που σου έδωσα, αξιόπιστος, σου δίνω
τώρα εξουσίαν επάνω εις δέκα πόλεις.
|
|
18 καὶ ἦλθεν ὁ
δεύτερος λέγων· κύριε, ἡ μνᾶ σου, ἐποίησε πέντε μνᾶς.
|
18 Και ήλθεν ο δεύτερος λέγων· Κυριε, η μνα σου έφερε
ως κέρδος άλλας πέντε μνας.
|
|
19 εἶπε δὲ καὶ τούτῳ·
καὶ σὺ γίνου ἐπάνω πέντε πόλεων.
|
19 Είπε και στον πιστόν αυτόν δούλον ο κύριος· και συ
γίνε διοικητής επάνω εις πέντε πόλεις.
|
|
20 καὶ ἕτερος ἦλθε
λέγων· κύριε, ἰδοὺ ἡ μνᾶ σου, ἣν εἶχον ἀποκειμένην ἐν σουδαρίῳ.
|
20 Και άλλος δούλος ήλθε λέγων· Κύριε, ιδού η μνα, που
μου έδωσες, την οποίαν είχα φυλαγμένην και ασφαλισμένην εις ένα μανδήλι.
|
|
21 ἐφοβούμην γάρ σε,
ὅτι ἄνθρωπος αὐστηρὸς εἶ· αἴρεις ὃ οὐκ ἔθηκας, καὶ θερίζεις ὃ οὐκ ἔσπειρας,
καὶ συνάγεις ὅθεν οὐ διεσκόρπισας.
|
21 Την εφύλαττα δια να σου την επιστρέψω ασφαλώς,
επειδή σε εφοβούμην, διότι είσαι άνθρωπος σκληρός και απαιτητικός. Παίρνεις
ως ιδικόν σου, εκείνο που δεν έδωσες και θερίζεις χωράφι που δεν έσπειρες,
και μαζεύεις εις αλώνι, στο οποίον δεν εσκόρπισες και δεν ελύχνισες.
|
|
22 λέγει αὐτῷ· ἐκ τοῦ
στόματός σου κρινῶ σε, πονηρὲ δοῦλε. ᾔδεις ὅτι ἄνθρωπος αὐστηρός εἰμι ἐγὼ,
αἴρων ὃ οὐκ ἔθηκα, καὶ θερίζων ὃ οὐκ ἔσπειρα καὶ συνάγων ὅθεν οὐ διεσκόρπισα.
|
22 Είπε δε προς αυτόν ο κύριος· Από τα λόγια σου θα σε
κρίνω, πονηρέ δούλε. Εγνώριζες ότι εγώ είμαι άνθρωπος αυστηρός, που παίρνω
ο,τι δεν έβαλα, και θερίζω εκεί που δεν έσπειρα και μαζεύω εκεί που δεν
ελίχνισα.
|
|
23 καὶ διατί οὐκ
ἔδωκας τὸ ἀργύριόν μου ἐπὶ τὴν τράπεζαν, καὶ ἐγὼ ἐλθὼν σὺν τόκῳ ἂν ἔπραξα
αὐτὸ;
|
23 Τοτε, διατί δεν έδωσες το χρήμα μου εις την
τράπεζαν, ώστε όταν εγώ θα ηρχόμην, να το εισέπραττα μαζή με τον τόκον;
|
|
24 καὶ τοῖς παρεστῶσιν
εἶπεν· ἄρατε ἀπ’ αὐτοῦ τὴν μνᾶν καὶ δότε τῷ τὰς δέκα μνᾶς ἔχοντι.
|
24 Και εις εκείνους, που εστέκοντο εκεί κοντά είπε·
Παρτε από αυτόν την μναν και δώστε την εις εκείνον που έχει τας δέκα μνας.
|
|
25 καὶ εἶπον αὐτῷ·
κύριε, ἔχει δέκα μνᾶς.
|
25 Και εκείνοι του είπαν· Κυριε έχει δέκα μνας.
|
|
26 λέγω γὰρ ὑμῖν ὅτι
παντὶ τῷ ἔχοντι δοθήσεται, ἀπὸ δὲ τοῦ μὴ ἔχοντος καὶ ὃ ἔχει ἀρθήσεται ἀπ’
αὐτοῦ.
|
26 Καμετε όπως σας είπα. Διότι σας λέγω τούτο· εις
εκείνον που έχει τα χαρίσματα και τα καλλιεργεί και τα χρησιμοποιεί όπως
πρέπει, θα δοθή ακόμη περισσότερον. Από εκείνον όμως που δεν έχει ούτε
ελάχιστον καλόν έργον να παρουσιάση, θα του αφαιρεθή και το μικρόν χάρισμα,
που έχει.
|
|
27 πλὴν τοὺς ἐχθρούς
μου ἐκείνους, τοὺς μὴ θελήσαντάς με βασιλεῦσαι ἐπ’ αὐτοὺς, ἀγάγετε ὧδε καὶ
κατασφάξατε αὐτοὺς ἔμπροσθέν μου.
|
27 Οσον δε δια τους εχθρούς μου εκείνους που δεν με
ήθελαν βασιλέα των, φέρετέ τους εδώ και κατασφάξατέ τους εμπρός μου”.
|
|
28 Καὶ εἰπὼν ταῦτα
ἐπορεύετο ἔμπροσθεν ἀναβαίνων εἰς Ἱεροσόλυμα.
|
28 Και αφού είπεν αυτά, συνέχισε την πορείαν του,
αναβαίνων εις τα Ιεροσόλυμα.
|
|
29 Καὶ ἐγένετο ὡς
ἤγγισεν εἰς Βηθσφαγὴ καὶ Βηθανίαν πρὸς τὸ ὄρος τὸ καλούμενον ἐλαιῶν,
ἀπέστειλε δύο τῶν μαθητῶν αὐτοῦ
|
29 Και καθώς επλησίασεν εις την Βηθσφαγή και την
Βηθανίαν, κοντά στο όρος, που ελέγετο όρος των Ελαιών, έστειλε δύο από τους
μαθητάς του,
|
|
30 εἰπών· Ὑπάγετε εἰς
τὴν κατέναντι κώμην, ἐν ᾗ εἰσπορευόμενοι εὑρήσετε πῶλον δεδεμένον, ἐφ’ ὃν
οὐδεὶς πώποτε ἀνθρώπων ἐκάθισε· λύσαντες αὐτὸν ἀγάγετε.
|
30 και τους είπε· “πηγαίνετε στο απέναντι χωριό και
καθώς θα εισέρχεθε, θα βρήτε ένα δεμένο πουλάρι, επάνω στο οποίον ποτέ κανείς
άνθρωπος δεν έχει καθίσει. Λύστε το και φέρτε το εδώ.
|
|
31 καὶ ἐάν τις ὑμᾶς
ἐρωτᾷ, διατί λύετε; οὕτως ἐρεῖτε αὐτῷ, ὅτι ὁ Κύριος αὐτοῦ χρείαν ἔχει.
|
31 Και αν κανείς σας ερωτήση, διατί το λύετε; Σεις θα
του απαντήσετε ως εξής· ότι το χρειάζεται ο Κυριος”.
|
|
32 ἀπελθόντες δὲ οἱ
ἀπεσταλμένοι εὗρον καθὼς εἶπεν αὐτοῖς, ἑστῶτα τὸν πῶλον·
|
32 Οταν δε επήγαν οι απεσταλμένοι, ευρήκαν όπως
ακριβώς είχεν είπει ο Κυριος, δηλαδή το πουλάρι να στέκεται εκεί.
|
|
33 λυόντων δὲ αὐτῶν
τὸν πῶλον εἶπον οἱ κύριοι αὐτοῦ πρὸς αὐτούς· Τί λύετε τὸν πῶλον;
|
33 Οταν δε έλυαν το πουλάρι, είπαν προς αυτούς οι
κύριοι του· “διατί λύετε το πουλάρι;”
|
|
34 οἱ δὲ εἶπον ὅτι Ὁ
Κύριος αὐτοῦ χρείαν ἔχει.
|
34 Εκείνοι δε απήντησαν, ότι το χρειάζεται ο Κυριος.
|
|
35 καὶ ἤγαγον αὐτὸν
πρὸς τὸν Ἰησοῦν, καὶ ἐπιρίψαντες ἑαυτῶν τὰ ἱμάτια ἐπὶ τὸν πῶλον ἐπεβίβασαν
τὸν Ἰησοῦν.
|
35 Και το έφεραν προς τον Ιησούν. Και αφού έρριψαν
επάνω εις αυτό τα εξωτερικά των ενδύματα, εβοήθησαν τον Κυριον να ανεβή στο
πουλάρι.
|
|
36 πορευομένου δὲ
αὐτοῦ ὑπεστρώννυον τὰ ἱμάτια αὐτῶν ἐν τῇ ὁδῷ.
|
36 Καθώς δε ο Κυριος επροχωρούσε, οι ακροαταί που τον
συνώδευαν, έστρωναν τα ενδύματά των στον δρόμον, εις ένδειξιν σεβασμού, δια
να περάση επάνω από αυτά.
|
|
37 ἐγγίζοντος δὲ αὐτοῦ
ἤδη πρὸς τῇ καταβάσει τοῦ ὄρους τῶν ἐλαιῶν ἤρξαντο ἅπαν τὸ πλῆθος τῶν μαθητῶν
χαίροντες αἰνεῖν τὸν Θεὸν φωνῇ μεγάλῃ περὶ πασῶν ὧν εἶδον δυνάμεων
|
37 Οταν δε επλησίαζε στο τέρμα του κατηφορικού δρόμου
του όρους των Ελαιών, όλον το πλήθος των μαθητών με χαράν ήρχισαν να
δοξολογούν τον Θεόν με φωνήν μεγάλην δι' όλα τα καταπληκτικά θαύματα, που
είχαν ιδεί,
|
|
38 λέγοντες· Εὐλογημένος
ὁ ἐρχόμενος βασιλεὺς ἐν ὀνόματι Κυρίου· εἰρήνη ἐν οὐρανῷ καὶ δόξα ἐν
ὑψίστοις.
|
38 λέγοντες· “ευλογημένος ο βασιλεύς, που έρχεται εν
ονόματι Κυρίου. Δι' αυτού θα αποκατασταθή η ειρήνη μεταξύ του ουρανού και της
γης, του Θεού και των ανθρώπων και θα αναπέμπεται δόξα στον εν υψίστοις
πανάγαθον Θεόν”.
|
|
39 καί τινες τῶν
Φαρισαίων ἀπὸ τοῦ ὄχλου εἶπον πρὸς αὐτόν· Διδάσκαλε, ἐπιτίμησον τοῖς μαθηταῖς
σου.
|
39 Και μερικοί από τους Φαρισαίους, που ήσαν
αναμεμιγμένοι με τον όχλον, εβγήκαν και είπαν εις αυτόν· “Διδάσκαλε, να
επιπλήξης τους μαθητάς σου, δια την δόξαν, που σου αποδίδουν και η οποία
ανήκει μόνον στον Μεσσίαν”.
|
|
40 καὶ ἀποκριθεὶς
εἶπεν· Λέγω ὑμῖν ὅτι ἐὰν οὗτοι σιωπήσωσιν, οἱ λίθοι κεκράξονται.
|
40 Και αποκριθείς ο Ιησούς τους είπε· “σας
διαβεβαιώνω, ότι εάν αυτοί σιωπήσουν, οι πέτρες θα φωνάξουν”.
|
|
41 καὶ ὡς ἤγγισεν,
ἰδὼν τὴν πόλιν ἔκλαυσεν ἐπ’ αὐτῇ, λέγων
|
41 Και καθώς επλησίασε προς την Ιερουσαλήμ και είδε
την πόλιν, ανελύθη εις δάκρυα και λυγμούς δι' αυτήν, λέγων
|
|
42 ὅτι Εἰ ἔγνως καὶ σὺ
καὶ γε ἐν τῇ ἡμέρᾳ σου ταύτῃ, τὰ πρὸς εἰρήνην σου! νῦν δὲ ἐκρύβη ἀπὸ ὀφθαλμῶν
σου·
|
42 ότι “εάν εγνώριζες και συ, έστω και κατά την
τελευταίαν αυτήν ημέραν, που σου δίδει ως μεγάλην ευκαιρίαν μετανοίας ο Θεός,
εάν εγνώριζες και εδέχεσο ότι εγώ θα σου παρείχα την ειρήνην και την
ασφάλειαν, θα εσώζεσο από την τρομεράν καταστροφήν που σε περιμένει. Τωρα
όμως, εξ αιτίας της αμετανοήτου κακίας σου, τα μάτια σου είναι σκοτισμένα και
δεν ημπορούν να ίδουν τον όλεθρον, που έρχεται.
|
|
43 ὅτι ἥξουσιν ἡμέραι
ἐπὶ σὲ καὶ περιβαλοῦσιν οἱ ἐχθροί σου χάρακά σοι καὶ περικυκλώσουσί σε καὶ
συνέξουσί σε πάντοθεν,
|
43 Διότι θα έλθουν φοβεραί δια σε ημέραι και οι εχθροί
σου θα σκάψουν γύρω σου χαρακώματα και θα σε περικυκλώσουν και θα σε
συνθλίβουν από παντού.
|
|
44 καὶ ἐδαφιοῦσί σε
καὶ τὰ τέκνα σου ἐν σοί, καὶ οὐκ ἀφήσουσιν ἐν σοί λίθον ἐπὶ λίθῳ, ἀνθ’ ὧν οὐκ
ἔγνως τὸν καιρὸν τῆς ἐπισκοπῆς σου.
|
44 Και θα κατακρημνίσουν τα οικοδομήματά σου και θα
πετάξουν, σφαγμένα κάτω στο έδαφος τα παιδιά σου, και δεν θα αφήσουν πέτραν
επάνω εις την πέτραν· και τούτο εις τιμωρίαν σου, διότι δεν ηθέλησες να
γνωρίσης και να δεχθής τον καιρόν, κατά τον οποίον ο Θεός σε επεσκέφθηκε δια
να σε σώση”.
|
|
45 Καὶ εἰσελθὼν εἰς τὸ
ἱερὸν ἤρξατο ἐκβάλλειν τοὺς πωλοῦντας ἐν αὐτῷ καὶ ἀγοράζοντας
|
45 Και όταν εισήλθεν εις την αυλήν του ναού, ήρχισε να
βγάζη έξω εκείνους, που πωλούσαν και αγόραζαν εκεί,
|
|
46 λέγων αὐτοῖς·
Γέγραπται ὅτι ὁ οἶκός μου οἶκος προσευχῆς ἐστιν· ὑμεῖς δὲ αὐτὸν ἐποιήσατε
σπήλαιον λῃστῶν.
|
46 λέγων προς αυτούς· “έχει γραφή από τους προφήτας
κατ' έμπνευσιν Θεού, ότι ο οίκος μου είναι οίκος προσευχής. Σεις όμως τον
εκάματε σπήλαιον ληστών, δια να ληστεύετε και κλέπτετε τους άλλους με τας
απάτας και τα ψέματά σας”.
|
|
47 Καὶ ἦν διδάσκων τὸ
καθ’ ἡμέραν ἐν τῷ ἱερῷ· οἱ δὲ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ γραμματεῖς ἐζήτουν αὐτὸν
ἀπολέσαι καὶ οἱ πρῶτοι τοῦ λαοῦ,
|
47 Και εδίδασκε, όπως συνήθως, κάθε ημέραν στο ιερόν.
Οι δε αρχιερείς και οι γραμματείς και οι άρχοντες του λαού εζητούσαν να τον
εξοντώσουν.
|
|
48 καὶ οὐχ εὕρισκον τὸ
τί ποιήσουσιν· ὁ λαὸς γὰρ ἅπας ἐξεκρέματο αὐτοῦ ἀκούων.
|
48 Και δεν κατώρθωναν να εύρουν τι να κάμουν, δια να
φέρουν εις πέρας το κακούργον σχέδιόν των, διότι ο λαός με πολύ θαυμασμόν και
ευλάβειαν εκρέματο από το στόμα του ακούων την διδασκαλίαν του.
|

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου