ΚΕΦΑΛΑΙΟ 17 (ΙΖ)
|
1 Ἔλεγε δὲ καὶ πρὸς
τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ· Ἀνένδεκτόν ἐστι τοῦ μὴ ἐλθεῖν τὰ σκάνδαλα· οὐαὶ δὲ δι’ οὗ
ἔρχεται.
|
1 Ελεγε δε προς τους μαθητάς του ο Κυριος· “είναι
αδύνατον μέσα στον διεφθαρμένον και πονηρόν αυτόν κόσμον, να μην έλθουν τα
σκάνδαλα και οι πειρασμοί. Αλλοίμονον όμως εις εκείνον, δια του οποίου
έρχεται το σκάνδαλον και σκοντάπτει ο αδύνατος στον δρόμον του.
|
|
2 λυσιτελεῖ αὐτῷ εἰ
λίθος μυλικὸς περίκειται περὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ ἔρριπται εἰς τὴν
θάλασσαν, ἢ ἵνα σκανδαλίσῃ ἕνα τῶν μικρῶν τούτων.
|
2 Είναι προτιμότερον δι' αυτόν να κρεμασθή γύρω από
τον λαιμόν του μυλόπετρα και να έχη ριφθή εις την θάλασσαν, παρά να
σκανδαλίση ένα από τους ταπεινούς αυτούς και απλοϊκούς που πιστεύουν εις εμέ.
|
|
3 προσέχετε ἑαυτοῖς.
ἐὰν ἁμάρτῃ εἰς σὲ ὁ ἀδελφός σου, ἐπιτίμησον αὐτῷ· καὶ ἐὰν μετανοήσῃ, ἄφες
αὐτῷ·
|
3 Προσέχετε στους εαυτούς σας. Εάν φταίξη εις σε ο
αδελφός σου, επίπληξέ τον με αδελφικήν αγάπην. Και αν μετανοήση, συγχώρησέ
του το φταίξιμο.
|
|
4 καὶ ἐὰν ἑπτάκις τῆς
ἡμέρας ἁμάρτῃ εἰς σὲ καὶ ἑπτάκις τῆς ἡμέρας ἐπιστρέψῃ πρὸς σὲ λέγων, μετανοῶ,
ἀφήσεις αὐτῷ.
|
4 Και εάν επτά φορές την ημέραν σου φταίξη και επτά
φορές επιστρέψη και σου πη “μετανοώ”, έχεις καθήκον να τον συγχωρήσης”.
|
|
5 Καὶ εἶπον οἱ
ἀπόστολοι τῷ Κυρίῳ· Πρόσθες ἡμῖν πίστιν.
|
5 Και είπαν οι Απόστολοι προς τον Κυριον· “Κυριε
πρόσθεσεν εις ημάς πίστιν, ώστε και τα σκάνδαλα να υπερνικώμεν και με όλην
μας την καρδίαν τους αδελφούς μας να συγχωρούμεν”.
|
|
6 εἶπε δὲ ὁ Κύριος·
Εἰ ἔχετε πίστιν ὡς κόκκον σινάπεως, ἐλέγετε ἂν τῇ συκαμίνῳ ταύτῃ, ἐκριζώθητι
καὶ φυτεύθητι ἐν τῇ θαλάσσῃ, καὶ ὑπήκουσεν ἂν ὑμῖν.
|
6 Είπε δε ο Κυριος· “εάν έχετε πίστιν θερμήν και
δραστικήν σαν τον σπόρον του σιναπιού, θα ελέγατε εις την συκαμινιά αυτήν·
Ξερριζώσου και πήγαινε να φυτευθής μέσα εις την θάλασσαν, και θα σας υπήκουε.
|
|
7 Τίς δὲ ἐξ ὑμῶν
δοῦλον ἔχων ἀροτριῶντα ἢ ποιμαίνοντα, ὃς εἰσελθόντι ἐκ τοῦ ἀγροῦ ἐρεῖ, εὐθέως
παρελθὼν ἀνάπεσε,
|
7 Εάν δε και τέτοια θαύματα πραγματοποιήσετε, μη
λησμονείτε ότι είσθε δούλοι του Θεού και μη υπερηφανευθήτε· διότι ποιός από
σας που έχει ένα δούλον και οργώνει το χωράφι η βόσκει τα πρόβατα, όταν αυτός
ο δούλος επιστρέψη από το χωράφι στο σπίτι, ποιός ποτέ κύριος θα του πη·
Περασε αμέσως και κάθισε να φας;
|
|
8 ἀλλ’ οὐχὶ ἐρεῖ
αὐτῷ· ἑτοίμασον τί δειπνήσω, καὶ περιζωσάμενος διακόνει μοι ἕως φάγω καὶ πίω,
καὶ μετὰ ταῦτα φάγεσαι καὶ πίεσαι σύ;
|
8 Αλλά θα του πη τούτο· Ετοίμασέ μου το φάγητον να
δειπνήσω και ζώσου να με υπηρετής, έως ότου φάγω και πίω· και έπειτα φάγε και
πιε εσύ.
|
|
9 μὴ χάριν ἔχει τῷ
δούλῳ ἐκείνῳ ὅτι ἐποίησε τὰ διαταχθέντα; οὐ δοκῶ.
|
9 Μηπως ο κύριος αυτός θα χρεωστή ευγνωμοσύνην εις
εκείνον τον δούλον, διότι έκαμεν όσα τον διέταξε; Δεν το νομίζω.
|
|
10 οὕτω καὶ ὑμεῖς,
ὅταν ποιήσητε πάντα τὰ διαταχθέντα ὑμῖν, λέγετε ὅτι δοῦλοι ἀχρεῖοί ἐσμεν, ὅτι
ὃ ὠφείλομεν ποιῆσαι πεποιήκαμεν.
|
10 Ετσι και σεις, και όταν άκομα εκτελέσατε όλα όσα
σας διέταξεν ο Θεός, πρέπει να λέγετε ότι είμεθα άχρηστοι δούλοι, διότι απλώς
εκάμαμεν ο,τι είχαμεν χρέος να κάμωμεν.
|
|
11 Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ
πορεύεσθαι αὐτὸν εἰς Ἱερουσαλὴμ καὶ αὐτὸς διήρχετο διὰ μέσου Σαμαρείας καὶ
Γαλιλαίας.
|
11 Και ενώ εβάδιζεν αυτός προς την Ιερουσαλήμ, επέρασε
ανάμεσα από τα σύνορα Σαμαρείας και Γαλιλαίας.
|
|
12 καὶ εἰσερχομένου
αὐτοῦ εἴς τινα κώμην ἀπήντησαν αὐτῷ δέκα λεπροὶ ἄνδρες, οἳ ἔστησαν πόρρωθεν,
|
12 Και καθώς εισήρχετο εις ένα χωριό, το απήντησαν δέκα
λεπροί, οι οποίοι εστάθηκαν από μακρυά, διότι ο μωσαϊκός νόμος διέτασσε να μη
πλησιάζουν ποτέ οι λεπροί τους υγιείς.
|
|
13 καὶ αὐτοὶ ἦραν
φωνὴν λέγοντες· Ἰησοῦ ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς.
|
13 Και αυτοί εφώναξαν δυνατά και είπαν· “Ιησού
διδάσκαλε, σπλαγχνίσου μας, ελέησέ μας, δος μας την υγείαν μας”.
|
|
14 καὶ ἰδὼν εἶπεν
αὐτοῖς· Πορευθέντες ἐπιδείξατε ἑαυτοὺς τοῖς ἱερεῦσι. καὶ ἐγένετο ἐν τῷ
ὑπάγειν αὐτοὺς ἐκαθαρίσθησαν.
|
14 Και όταν τους είδεν ο Ιησούς τους είπε· “πηγαίνετε
και δείξετε το σώμα σας στους ιερείς, δια να βεβαιώσουν αυτοί επισήμως την
θεραπείαν σας”. Και καθώς επήγαιναν εκαθαρίσθησαν από την λέπραν.
|
|
15 εἷς δὲ ἐξ αὐτῶν,
ἰδὼν ὅτι ἰάθη, ὑπέστρεψε μετὰ φωνῆς μεγάλης δοξάζων τὸν Θεόν,
|
15 Ενας δε από αυτούς, όταν είδεν ότι εθεραπεύθη,
επέστρεψε δοξάζων και ευχαριστών τον Θεόν με μεγάλην φωνήν.
|
|
16 καὶ ἔπεσεν ἐπὶ
πρόσωπον παρὰ τοὺς πόδας αὐτοῦ εὐχαριστῶν αὐτῷ· καὶ αὐτὸς ἦν Σαμαρείτης.
|
16 Και έπεσε με το πρόσωπον κατά γης κοντά εις τα πόδια
του Ιησού, ευχαριστών αυτόν εκ βάθους ψυχής. Και αυτός ήτο Σαμαρείτης.
|
|
17 ἀποκριθεὶς δὲ ὁ
Ἰησοῦς εἶπεν· Οὐχὶ οἱ δέκα ἐκαθαρίσθησαν; οἱ δὲ ἐννέα ποῦ;
|
17 Απεκρίθη δε ο Ιησούς και είπε· “δεν εκαθαρίσθησαν
και οι δέκα; Οι άλλοι εννέα που είναι;
|
|
18 οὐχ εὑρέθησαν
ὑποστρέψαντες δοῦναι δόξαν τῷ Θεῷ εἰ μὴ ὁ ἀλλογενὴς οὗτος;
|
18 Δεν εθεώρησαν καθήκον των να επιστρέψουν και να
δοξάσουν τον Θεόν, εκτός από αυτόν που δεν είναι Ιουδαίος, αλλά κατάγεται από
άλλο γένος;”
|
|
19 καὶ εἶπεν αὐτῷ·
Ἀναστὰς πορεύου· ἡ πίστις σου σέσωκέ σε.
|
19 Και είπεν εις αυτόν· “σήκω και πήγαινε, η πίστις
σου εκτός από την θεραπείαν του σώματος, σου έχει δώσει και την σωτηρίαν της
ψυχής σου”. (Η ευγνωμοσύνη μας προς τον Θεόν μας κάνει αξίους ακόμη μεγαλυτέρων
δωρεών εκ μέρους του).
|
|
20 Ἐπερωτηθεὶς δὲ ὑπὸ
τῶν Φαρισαίων πότε ἔρχεται ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἀπεκρίθη αὐτοῖς καὶ εἶπεν·
Οὐκ ἔρχεται ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ μετὰ παρατηρήσεως,
|
20 Οταν δε κάποιος από τους Φαρισαίους τον ηρώτησε,
πότε έρχεται η βασιλεία του Θεού, απεκρίθη εις αυτούς και είπεν· “η βασιλεία
του Θεού δεν έρχεται με εξωτερικήν πομπήν και εντυπωσιακά γεγονότα, ώστε να
προκαλή την προσοχήν και παρατήρησιν των ανθρώπων.
|
|
21 οὐδὲ ἐροῦσιν ἰδοὺ
ὧδε ἤ ἰδοὺ ἐκεῖ· ἰδοὺ γὰρ ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ὑμῶν ἐστιν.
|
21 Ούτε όταν έλθη θα είπουν οι άνθρωποι· Ιδού εδώ
είναι η ιδού εκεί είναι. Διότι εις την πραγματικότητα η βασιλεία του Θεού
ευρίσκεται μεταξύ σας, εφ' όσον εγώ, ο Μεσσίας και αρχηγός της βασιλείας του
Θεού, ευρίσκομαι ενώπιόν σας. Και όμως σεις δεν το έχετε αντιληφθή”.
|
|
22 Εἶπε δὲ πρὸς τοὺς
μαθητάς· Ἐλεύσονται ἡμέραι ὅτε ἐπιθυμήσετε μίαν τῶν ἡμερῶν τοῦ υἱοῦ τοῦ
ἀνθρώπου ἰδεῖν, καὶ οὐκ ὄψεσθε.
|
22 Είπε δε προς τους μαθητάς του· “θα έλθουν ημέραι,
που θα επιθυμήσετε να ιδήτε, δια να πάρετε θάρρος και ενίσχυσιν στον αγώνα
σας, μίαν από τας ημέρας του υιού του ανθρώπου, και δεν θα ίδετε, διότι εγώ
θα έχω φύγει και δεν θα είμαι κατά ένα τρόπον αισθητόν μαζή σας.
|
|
23 καὶ ἐροῦσιν ὑμῖν·
ἰδοὺ ὧδε, ἰδοὺ ἐκεῖ· μὴ ἀπέλθητε μηδὲ διώξητε.
|
23 Και θα σας πουν τότε· Ιδού εδώ είναι ο Χριστός,
ιδού εκεί είναι ο Χριστός. Μην πάτε και μην ακολουθήσετε αυτόν, που θα σας
φέρη την ψευδή αυτήν πληροφορίαν.
|
|
24 ὥσπερ γὰρ ἡ ἀστραπὴ
ἀστράπτουσα ἐκ τῆς ὑπ’ οὐρανὸν λάμπει, οὕτως ἔσται καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐν
τῇ ἡμέρᾳ αὐτοῦ.
|
24 Ο υιός του ανθρώπου θα έλθη κατά την ημέραν της
ενδόξου αυτού δευτέρας παρουσίας, θα έλθη όμως τότε ολοφάνερα, αλλά και
έξαφνα, όπως ακριβώς η αστραπή φαίνεται έξαφνα και αστράφτει από κάποιαν
περιοχήν του ουρανού, λάμπει δε και φωτίζει όλην την έκτασιν κάτω από τον
ουρανόν.
|
|
25 πρῶτον δὲ δεῖ αὐτὸν
πολλὰ παθεῖν καὶ ἀποδοκιμασθῆναι ἀπὸ τῆς γενεᾶς ταύτης.
|
25 Πριν όμως έλθη με όλην του την δόξαν ως κριτής,
πρέπει σύμφωνα με το θέλημα του Θεού να πάθη πολλά και να αποδοκιμασθή από
την γενεάν αυτήν.
|
|
26 καὶ καθὼς ἐγένετο
ἐν ταῖς ἡμέραις Νῶε, οὕτως ἔσται καὶ ἐν ταῖς ἡμέραις τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου·
|
26 Και καθώς συνέβη κατά τας ημέρας του Νώε, έτσι θα
είναι και κατά τας ημέρας που θα έλθη ο υιός του ανθρώπου.
|
|
27 ἤσθιον, ἔπινον,
ἐγάμουν, ἐξεγαμίζοντο, ἄχρι ἧς ἡμέρας εἰσῆλθε Νῶε εἰς τὴν κιβωτόν, καὶ ἦλθεν
ὁ κατακλυσμὸς καὶ ἀπώλεσεν ἅπαντας.
|
27 Οι άνθρωποι τότε έτρωγαν, έπιναν, διασκέδαζαν,
ενυμφεύοντο, έδιδαν εις γάμον τα παιδιά των, χωρίς να δίδουν σημασίαν εις όσα
τους έλεγεν ο Νώε, μέχρι της ημέρας που εμπήκε ο Νώε εις την κιβωτόν και
ήλθεν ο κατακλυσμός και εξωλόθρευσεν όλους.
|
|
28 ὁμοίως καὶ ὡς
ἐγένετο ἐν ταῖς ἡμέραις Λώτ· ἤσθιον, ἔπινον, ἠγόραζον, ἐπώλουν, ἐφύτευον,
ᾠκοδόμουν·
|
28 Θα συμβή ο,τι έγινε και κατά τας ημέρας του Λωτ.
Και τότε οι άνθρωποι έτρωγαν, έπιναν, ηγόραζαν, επωλούσαν, εφύτευαν, έκτιζαν
χωρίς να σκέπτωνται καθόλου τον Θεόν.
|
|
29 ᾗ δὲ ἡμέρᾳ ἐξῆλθε
Λὼτ ἀπὸ Σοδόμων, ἔβρεξε πῦρ καὶ θεῖον ἀπ’ οὐρανοῦ καὶ ἀπώλεσεν ἅπαντας.
|
29 Την ώρα όμως που έφυγεν ο Λωτ από τα Σοδομα, έβρεξε
από τον ουρανόν φωτιά και θειάφι και κατέστρεψε όλους.
|
|
30 κατὰ τὰ αὐτὰ ἔσται
ᾗ ἡμέρᾳ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἀποκαλύπτεται.
|
30 Ομοια με αυτά θα συμβούν και κατά την ημέραν της
δευτέρας παρουσίας, που θα φανή με όλην του την δόξαν ο υιός του ανθρώπου.
|
|
31 ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ
ὃς ἔσται ἐπὶ τοῦ δώματος καὶ τὰ σκεύη αὐτοῦ ἐν τῇ οἰκίᾳ, μὴ καταβάτω ἆραι
αὐτά, καὶ ὁ ἐν ἀγρῷ ὁμοίως μὴ ἐπιστρεψάτω εἰς τὰ ὀπίσω.
|
31 Κατά την άλλην δε ημέραν της οργής του Θεού, που
δεν θα βραδύνη να έλθη (όταν δηλαδή θα πλησιάζουν τα ρωμαϊκά στρατεύματα δια
να καταστρέψουν την Ιερουσαλήμ) εκείνος που θα ευρίσκεται εις την ταράτσαν
και τα πράγματά του θα έχη μέσα στο σπίτι, ας μη κατεβή να τα πάρη. Και
εκείνος επίσης που θα ευρίσκεται στο χωράφι, ας μη γυρίση εις την πόλιν.
|
|
32 μνημονεύετε τῆς
γυναικὸς Λώτ.
|
32 Να ενθυμήσθε την γυναίκα του Λωτ, η οποία έγινε
στήλη άλατος, μόνον και μόνον διότι έστρεψε το κεφάλι της, δια να ίδη τι
γίνεται εις τα Σοδομα.
|
|
33 ὃς ἐὰν ζητήσῃ τὴν
ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι, ἀπολέσει αὐτήν, καὶ ὃς ἐὰν ἀπολέσῃ αὐτήν, ζῳογονήσει
αὐτήν.
|
33 Εκείνος που θα ζητήση με την προσκόλλησίν του εις
τα υλικά αγαθά, να εξασφαλίση την ζωήν του, θα την χάση. Και εκείνος που θα
χάση την ζωήν του, δια να μείνη πιστός στο καθήκον του, εις την
πραγματικότητα θα την διατηρήση, διότι θα εξασφαλίση την αιωνίαν ζωήν.
|
|
34 λέγω ὑμῖν, ταύτῃ τῇ
νυκτὶ δύο ἔσονται ἐπὶ κλίνης μιᾶς, εἷς παραληφθήσεται καὶ ὁ ἕτερος
ἀφεθήσεται·
|
34 Σας λέγω δε ότι αυτήν την νύκτα, που θα προηγηθή
από την μεγάλην καταστροφήν, δύο θα ευρίσκονται εις ένα κρεββάτι, ο ένας, ο
πιστός, θα παραληφθή και θα οδηγηθή από φωτισμόν Θεού και θα φύγη, δια να
σωθή μακράν, ως εάν θα έχη παραληφθή από τους αγγέλους του Θεού· και άλλος, ο
άπιστος, θα αφεθή, δια να τιμωρηθή.
|
|
35 δύο ἔσονται
ἀλήθουσαι ἐπὶ τὸ αὐτό, μία παραληφθήσεται καὶ ἡ ἑτέρα ἀφεθήσεται·
|
35 Δυο γυναίκες θα είναι που θα αλέθουν μαζή, η μία, η
πιστή, θα παραληφθή και θα σωθή, η άλλη θα αφεθή, δια να τιμωρηθή.
|
|
36 δύο ἐν τῷ ἀγρῷ, εἷς
παραληφθήσεται καὶ ὁ ἕτερος ἀφεθήσεται.
|
36 Δυο θα είναι στο χωράφι, ο ένας, ο πιστός, θα
παραληφθή δια να σωθή, ο άλλος, ο άπιστος, θα αφεθή να τιμωρηθή”.
|
|
37 καὶ ἀποκριθέντες
λέγουσιν αὐτῷ· Ποῦ, Κύριε; ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· Ὅπου τὸ σῶμα, ἐκεῖ
ἐπισυναχθήσονται καὶ οἱ ἀετοὶ.
|
37 Απεκρίθησαν δε οι μαθηταί και του είπαν· “που,
Κυριε, θα γίνουν αυτά;” ο δε Κυριος τους είπε· “όπου είναι το νεκρόν σώμα,
εκεί θα μαζευθούν από διάφορα σημεία του ορίζοντος τα όρνια δια να το
καταβροχθίσουν”. (Οπου οι ηθικώς νεκροί, εξ αιτίας των αμαρτιών των,
άνθρωποι, εκεί θα πέσουν και αι τιμωρίαι).
|

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου